Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ-22/3/2013



Η Υπεύθυνη της Λέσχης Ανάγνωσης Αμαλία Νάνου ενημερώνει τα μέλη και τους φίλους της Λέσχης, ότι η επόμενη συνάντηση θα γίνει την Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013 και ώρες 5-7 το απόγευμα στο Δημοτικό Κατάστημα. Θα αναγνωστεί το βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη "ΤΑ ΣΑΚΙΑ'', το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Καλούνται τα μέλη και οι φίλοι της Λέσχης να συμμετέχουν την παραπάνω μέρα και ώρα στην ανάγνωση του βιβλίου.

Λίγα λόγια για την συγγραφέα και το έργο

Η Ιωάννα Καρυστιάνη γεννήθηκε στα Χανιά το 1952 από Μικρασιάτες γονείς. Σπούδασε νομικά και δούλεψε ως σκιτσογράφος. Τα βιβλία της είναι: «Με γκρι και γκρίζο», σκίτσα, «Ένα σκίτσο στο τσεπάκι», «Η κυρία Κατάκη», διηγήματα, «Μικρά Αγγλία», μυθιστόρημα, «Κουστούμι στο χώμα», μυθιστόρημα, «O άγιος της μοναξιάς», μυθιστόρημα, «Σουέλ», μυθιστόρημα. Έχει επίσης γράψει το σενάριο της ταινίας «Nύφες» του Παντελή Βούλγαρη και συνεργάστηκε στο σενάριο της ταινίας «Ψυχή βαθιά» του ίδιου σκηνοθέτη. 

Για το τελευταίο της βιβλίο, «ΤΑ ΣΑΚΙΑ», η ίδια δηλώνει ότι «σακί» θεωρεί ό,τι κουβαλάει ο καθένας στους ώμους του μια ζωή, τα βάσανα και τα λάθη του. Τα σακιά που σηκώνουν οι ήρωες του βιβλίου της είναι πολύ βαριά.


Το βιβλίο αποτελείται από πέντε μέρη, «Το σύννεφο», «Το ταχίνι», «Το φτυάρι», «Το κορδόνι», «Το ντουβάρι». Πρόκειται για ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με πληθώρα προβληματισμών. Η ηρωίδα της συγγραφέως, η Βιβή, εγκαταλείπει τις σπουδές της στην Ιατρική όπου με τόσο κόπο είχε καταφέρει να περάσει, καθώς μένει έγκυος και παντρεύεται τον Φώτη. Μην έχοντας και οι δύο σταθερή δουλειά αποφάσισαν να ανοίξουν τρία μαγαζάκια όπου ακούμπησαν όλες τους τις οικονομίες. Ο Λίνος, ο γιος της οικογένειας, μεγαλώνει σε συνθήκες αδιαφορίας, αμέλειας και πρόωρης απώλειας του πατέρα του. Η Βιβή απορροφημένη συνεχώς από τα προσωπικά της προβλήματα δεν είχε διάθεση ούτε προσπαθούσε να έρθει σε επικοινωνία με τον γιο της ο οποίος απομονώθηκε σε άγρια μοναξιά χρησιμοποιώντας την ως τη μοναδική του διέξοδο. «Μάνα και γιος γεμάτοι ενέργεια για τη δυστυχία». Ο Λίνος οδηγείται σε εγκληματική συμπεριφορά και η Βιβή βιώνει τραγικές στιγμές καθώς συνειδητοποιεί τα λάθη της στην ανατροφή του και ότι είναι πια αργά για να αλλάξει την κατάσταση. Τα «σακιά» που κουβαλάει είναι ασήκωτα και δεν συγκρίνονται παρά μόνο με του Λίνου. Καταγράφεται η αρνητικότητα της μητέρας απέναντι στις καταστάσεις η οποία προκαλεί την απόλυτη αδρανοποίηση της ίδιας και του γιου της απέναντι στη ζωή.

Η συγγραφέας σε όλο το βιβλίο καταγράφει ρεαλιστικά τα γεγονότα και τις εσωτερικές καταστάσεις των ηρώων. Οξύνεται η προσοχή του αναγνώστη από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της στασιμότητας. Η συγγραφέας εμμένει στην προβληματική φύση του ψυχισμού των ηρώων της. Η γλώσσα είναι πολύ καλά δουλεμένη και ο τόνος είναι σαρκαστικός δίνοντας ρυθμό στην αφήγηση και επιτείνοντας την τραγικότητα των ηρώων. Ξεπροβάλλουν ερωτήματα όπως «Τα απλά και ταπεινά είναι και τα πιο σημαντικά τελικά;», «Ποιοι παράγοντες διαμορφώνουν την προσωπικότητα ενός ατόμου;», «Υπάρχουν περιθώρια συγχώρεσης από την κοινωνία ενός δράστη ειδεχθούς εγκλήματος;»

Βιβλιοκρισία του έργου από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

http://www.biblionet.gr/book/157379/%CE%A4%CE%B1_%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%AC



Η συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο που θα αναγνωστεί στην επόμενη Λέσχη Ανάγνωσης




Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

ΝΤΙΒΑΝΙ 10/3/2013-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Την Κυριακή της Αποκριάς 10 Μαρτίου 2013 στην πλατεία Ζυγομαλά του Αυλώνα έγινε ο ετήσιος μεγάλος δημόσιος χορός (Ντιβάνι). Την συνδιοργάνωση του εθίμου είχε η Δημοτική Κοινότητα Αυλώνα και ο Σύλλογός μας. Φέτος το έθιμο τελέστηκε με την αυθεντική του μορφή όπως γινόταν τα πολύ παλιά χρόνια. Μετά τις προσφωνήσεις από το μέλος του Συλλόγου μας Έλενα Νάνου, τον χαιρετισμό του Δημάρχου Ωρωπού και την ομιλία του μέλους του Συλλόγου μας, φιλολόγου, Ελένης Παπακ/νου που μίλησε για την ιστορία και την σημασία του εθίμου, ακολούθησε ο χορός. Στην αρχή το χορό άνοιξαν οι άντρες και τα παιδιά της Χορευτικής Ομάδας του Συλλόγου μας, του Πνευματικού Κέντρου Αυλώνα και του Πολιτιστικού-Λαογραφικού Συλλόγου Ψαχνών Ευβοίας ''Οι Ρίζες'' που είχαν προσκληθεί και συμμετείχαν στο χορό. Μετά τους χορούς των ανδρών, συνέχισαν οι γυναίκες και τα κορίτσια του Πνευματικού Κέντρου Αυλώνα, του ΚΑΠΗ Αυλώνα και της Χορευτικής Ομάδας του Συλλόγου μας. Χορεύτηκαν 2 παλαιοί σταυρωτοί χοροί που στην τοπική διάλεκτο ονομάζονται ''πλιέξιζα''. Μιά τεράστια αλυσίδα από 75 γυναίκες και κορίτσια πιάστηκαν σταυρωτά και χόρεψαν τους ιδιαίτερους βηματισμούς των πανάρχαιων τοπικών χορών μας με το τραγούδι της Χορωδίας του Συλλόγου και της πίπιζας που έπαιξε ο Γιώργος Κυριακού. Στη συνέχεια μιά παντρεμένη γυναίκα κατά το έθιμο, τράβηξε γοργά τις υπόλοιπες χορεύτριες στους ρυθμούς του καλαματιανού και ένας τεράστιος κύκλος χορευτριών σχηματίστηκε γεμίζοντας όλο το διαθέσιμο χώρο της πλατείας. Μετά από λίγο ο χορός έγινε μικτός από άντρες και γυναίκες και αργότερα ο τραγουδιστής Νίκος Πανουργιάς έδωσε το σύνθημα σε όλους όσους βρίσκονταν στη πλατεία να μπουν στο χορό. Πέντε βόλτες έφερε ο χορός από το πλήθος των Αυλωνιτών και των επισκεπτών της ημέρας που χόρεψαν με μεγάλο κέφι συμμετέχοντας στο αρχαίο αυτό έθιμο του τόπου μας που ακολούθησε το αυθεντικό τυπικό του.
Τα μέλη της Χορευτικής Ομάδας του Συλλόγου μας φορούσαν αποκλειστικά, χειροποίητες βαρύτιμες Σαλεσιώτικες φορεσιές (πάνω από 30) τις οποίες έχει δημιουργήσει σε διάστημα μόλις ενός χρόνου η Ομάδα Λαογραφικού Εργοχείρου του Συλλόγου.
Τα φαγητά και τα γλυκά προσφέρθηκαν στους καλεσμένους από τον Σύλλογο και τα μέλη μας ενώ αρκετά από αυτά ψήθηκαν την ώρα του γλεντιού στην πλατεία που γέμισε τσίκνες και μυρωδιές άλλων εποχών, τότε που ολόγυρα βρίσκονταν πολλές ταβέρνες γεμάτες κόσμο που γλεντούσε τις ημέρες αυτές.
Στην εκδήλωση παρέστησαν οι αιδεσιμότατοι του Αυλώνα, ο Δήμαρχος Ωρωπού κος Ι.Οικονομάκος, ο Πρόεδρος και τα μέλη του Τοπικού Συμβουλίου Αυλώνα, ο Αντιδήμαρχος Αυλώνα κος Α. Λέκκας που βοήθησε ουσιαστικά στην σωστή τέλεση του εθίμου, η Πρόεδρος της ΔΗΣΩ κα Ελ. Βαρνάβα, οι Δημοτικοί Σύμβουλοι, κοι Παπαγιάννης, Λέκκας, Χασιώτης, Ζαχαρίας, Λίτσας, Ηλιάσκος, Γιαμαρέλος, ο Πρόδρος της ΚΕΔΩ κος Φοριάρης, η Πρόεδρος του ΝΠΙΔ Ωρωπού κα Αλ. Κοντογιάννη κ.α.
Πολλοί Σύλλογοι βρέθηκαν κοντά μας:
ο Πολιτιστικός-Λαογραφικός Σύλλογος Ψαχνών οι Ρίζες που συμμετείχε και με το χορευτικό του
ο Σύλλογος Απανταχού Πετριλιωτών από το Σχηματάρι που συμμετείχε και με το χορευτικό του  
ο Σύλλογος Γυναικών Αλιβερίου
o Σύλλογος Οινοφύτων η Άμπελος
ο Σύλλογος Νέων Παλατιών Ωρωπού
ο Εκπολιτιστικός Σύλλογος Σκάλας Ωρωπού
το παιδικό τμήμα του χορευτικού Καπανδριτίου
ο Σύλλογος Ασπροχωρίου
ο Σύλλογος Οικιστικής Ανάπτυξης Αυλώνα
ο Σύλλογος Αποστράτων Αυλώνα
το ΚΑΠΗ Αυλώνα.

Στο τέλος της εκδήλωσης οι επισκέπτες του Αυλώνα ζήτησαν να επισκεφθούν το Μουσείο Ζυγομαλά όπου θαύμασαν αυθεντικά έργα Ελληνικής λαϊκής τέχνης  και γνώρισαν την ιστορία του Μουσείου και του χωριού μας.

Ευχαριστούμε όλους όσους συμμετείχαν και όσους βοήθησαν στην διεξαγωγή του εθίμου μας και τους ευχόμαστε να είναι κοντά μας και του χρόνου να ξαναγιορτάσουμε όλοι μαζί!

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Οι άντρες και τα αγόρια ανοίγουν το χορό



οι γυναίκες και τα κορίτσια σχηματίζουν μιά τεράστια αλυσίδα 
και αρχίζουν να χορεύουν σταυρωτά ''την πλιέξιζα''









μιά παντρεμένη αρχίζει να χορεύει γοργά καλαματιανό
για να οργανώσει τον τεράστιο κύκλο των χορευτριών





Oι χορευτές και οι χορεύτριες του Πολιτιστικού 
και Λαογραφικού Συλλόγου Ψαχνών Ευβοίας ΟΙ ΡΙΖΕΣ σέρνουν τον χορό











 πέντε βόλτες έφερε ο χορός
 από το πλήθος και το μεράκι του κόσμου που γλέντησε 

Ο Νίκος Πανουργιάς από τα Σκούρτα Βοιωτίας
τραγούδησε τοπικά παλαιά τραγούδια

 Ο Αυλωνίτης Γιώργος Κυριακού στο κλαρίνο

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

ΝΤΙΒΑΝΙ 10/3/2013-ΑΥΛΩΝΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ



Την Κυριακή της Αποκριάς, 10 Μαρτίου 2013, στις 11.00 το πρωί, ο Σύλλογος μας σε συνεργασία με την Δημοτική Κοινότητα Αυλώνα, αναβιώνουμε το χορευτικό έθιμο «Ντιβάνι» στην Κεντρική Πλατεία (Ζυγομαλά). Παραδοσιακοί οργανοπαίκτες με επικεφαλής τον Αυλωνίτη δεξιοτέχνη του κλαρίνου Γιώργο Κυριακού, ο τραγουδιστής Νίκος Πανουργιάς και η Χορωδία του Συλλόγου μας θα καλύψουν μουσικά το έθιμο. Θα χορευτούν οι τοπικοί παραδοσιακοί χοροί καθώς και ο παλαιός τοπικός χορός «πλιέξιζα», που θα τραγουδήσουν μέλη της Χορωδίας του Συλλόγου μας. Οι θεατές του εθίμου θα φιλοξενηθούν στη παραδοσιακή ταβέρνα που θα βρίσκεται γύρω από το χορό, γλεντώντας με τοπικούς μεζέδες και κρασί προσφορές του Συλλόγου μας. Καλούμε όλους τους Αυλωνίτες και τους επισκέπτες του Αυλώνα την ημέρα εκείνη, να συμμετέχουν, γλεντώντας και χορεύοντας στο παμπάλαιο αυτό έθιμο του τόπου μας που θα τελεστεί στην αυθεντική του μορφή.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ-1/3/2013



Η υπεύθυνη της Λέσχης Ανάγνωσης κα Αμαλία Νάνου ενημερώνει ότι η επόμενη Λέσχη Ανάγνωσης θα γίνει την Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013 και ώρες 6-8 το απόγευμα. Θα αναγνωστεί το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη "Ελένη ή ο Κανένας'' που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το σημαντικό αυτό βιβλίο βασίζεται στην περιπετειώδη ζωή της ζωγράφου Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα, που γεννήθηκε το 1821 στις Σπέτσες και πέθανε στον ίδιο τόπο το 1900. Η ανάγνωση του βιβλίου θα γίνει στην αίθουσα του Δημοτικού Καταστήματος Αυλώνα.

Λίγα λόγια για το έργο από την φιλόλογο του 3ου Γυμνασίου Ναυπάκτου κα Γιώτα Πολιτοπούλου:

Η πρωτοκόρη και αγαπημένη του πατέρα της Γιάννη Μπούκουρα, η Ελένη, γεννήθηκε τη χρονιά της επανάστασης. «Του έμοιαζε μάλιστα πολύ. Όχι τόσο στην όψη, όσο στην περηφάνια και την αποκοτιά». Είχε βέβαια καλλιτεχνική ψυχή και εκτός του ότι «δημιούργησε» την Ελένη, με την πεισματική του επιμονή, έκτισε και το πρώτο θέατρο στην Αθήνα, το θέατρο «Μπούκουρα».
        Τα ταραγμένα χρόνια του ξεσηκωμού, όπου μεγάλωσε αυτή η κόρη, εξηγούσαν, κατά τον κύρη της, τη μανία της να ζωγραφίζει. Επιπλέον, η μεγάλη και συλλογική επανάσταση του 1821 επηρέασε την Ελένη κι αλλιώς: Θα έκανε κι αυτή πολλές μικρές, ατομικές επαναστάσεις, ανατρέποντας προαιώνια ήθη και διαταράσσοντας κατεστημένες νοοτροπίες. Άλλωστε «εκείνα τα τρομερά χρόνια ανέσυραν από τον καθένα, μικρό ή μεγάλο, κάτι παραπάνω από αυτό που σε κανονικές συνθήκες έδειχνε πως ήταν». Αυτά τα δύσκολα χρόνια αλλά και τα παραμύθια που άκουγε η Ελένη από τις γυναίκες των ψαράδων για τα βάσανα και τις ανδραγαθίες της Μεγάλης τους Κυράς, της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, την έκαναν να πλάθει με το νου της τις εικόνες.
        Στη συνέχεια, η απόφαση του καπετάν Γιάννη να μετοικήσει με όλη του τη φαμίλια στην Αθήνα, που μόλις είχε ανακηρυχτεί πρωτεύουσα, άλλαξε τη ζωή της. Μέσα στο καράβι, που θα την οδηγούσε εκεί, η Ελένη είδε τον εαυτό της μέσα στο πλήθος που αποχαιρετούσε το καράβι. Δεν κατάλαβε τότε αν τη χαιρετούσε ή της παράγγελνε κάτι. Σκέφτηκε, όμως, πως «όποιος μπορεί να ζωγραφίζει, ενδέχεται να βλέπει και τον εαυτό του απέναντί του, άρα δεν έπρεπε να ξαναφοβηθεί ούτε την όραση ούτε τα οράματά της».
        Στο αθηναϊκό σπίτι στην Πλάκα, ήρθαν μοδίστρες και έραψαν στολές για την Ελένη και τις δύο αδερφές της, προκειμένου να φοιτήσουν στο Παρθεναγωγείο. Στα διαλείμματα, η ομοιομορφία της στολής έσπρωχνε την Ελένη να ανακαλύπτει τις διαφορές των κοριτσιών ανάμεσά τους, σπουδάζοντας το πρόσωπο και τις κινήσεις της καθεμιάς, για να τις ζωγραφίσει. Έφτασε μάλιστα κάποια στιγμή στην τιμωρία, αφού το πάθος της για τη ζωγραφική θεωρήθηκε παρέκκλιση και δεν είχε καμιά σχέση με τη διδασκαλία του διακοσμητικού σχεδίου και με την υποταγή, που απαιτούσαν τα χειροτεχνήματα των κοριτσιών, που προορίζονταν για κυρίες της Αυλής ή σύζυγοι πλούσιων αστών.
        «Τότε αποφάσισε ότι θα γίνει οπωσδήποτε ζωγράφος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μείνει διά βίου διαφορετική από τα συνομήλικα κορίτσια και από τις γυναίκες του σογιού της».
          Αξημέρωτα κατέβαινε κρυφά στην κουζίνα και στους έρημους διαδρόμους του σχολείου και έκλεβε τα απομεινάρια από τα κεριά και τα σπερματσέτα, που είχαν ανάψει σ΄ αυτούς τους κοινόχρηστους χώρους. Κι αργά τη νύχτα, όταν όλα τα κορίτσια παραδίνονταν στην εφηβεία των ονείρων τους, η Ελένη άναβε τα απομεινάρια των κλεμμένων κεριών και σπερματσέτων, για να μπορεί να ζωγραφίζει στα κρυφά.
        Η λειτουργία του Σχολείου των Τεχνών στην Αθήνα συνέπεσε με τον ερχομό στην πρωτεύουσα του Ραφαέλο Τσέκολι, ζωγράφου, αρχαιολόγου και γιατρού. Ο διωγμός του από το Βασίλειο των Δύο Σικελιών, σε συνδυασμό με τη φυματίωση της μοναδικής του θυγατέρας, τον προώθησε προς κλίματα πιο νότια και ξηρότερα. Ο Ιωάννης Μπούκουρας βρήκε εύκολα τον Ιταλό ζωγράφο και του ζήτησε να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στην κόρη του Ελένη. Άλλωστε, ο παλιός καπετάνιος είχε καταλάβει πως «η αγάπη που είχε η Ελένη στη ζωγραφική έμοιαζε με το δικό του πάθος για τα θαλασσινά ταξίδια». Κι ακόμα «ήταν κάτι που δεν τιμωρείται, αφού δεν είχε αμαρτία».
        Έτσι η Ελένη άρχισε με τον Ραφαέλο Τσέκολι μαθήματα ζωγραφικής. Τα μαθήματά τους κράτησαν αρκετά χρόνια. «Η Ελένη άρχισε να αντιλαμβάνεται τον πίνακα σαν μια οργάνωση ζωής, ένα δίχτυ αναφορών κι αισθημάτων, όπου πιανόταν η ανθρώπινη ψυχή. ,όχι για να φυλακιστεί, μα αντίθετα για να πετάξει από κει ελεύθερη από τα δεσμά της ύλης και του μετρημένου χρόνου». Ο δάσκαλός της μάλιστα πίστευε πως «το πάθος της για τη ζωγραφική, μολονότι απαγορευμένο στις γυναίκες, δεν έπρεπε να μαραζώσει, μα να καλλιεργηθεί και να καρποφορήσει. Σαν να ήταν άντρας….».
        Κι όταν ο Τσέκολι άρχισε να διδάσκει ελαιογραφία στο Σχολείο των Τεχνών με μισθό, υποσχέθηκε στην Ελένη να της μαθαίνει ακριβώς όσα θα δίδασκε στους σπουδαστές του, αφού δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να παρακολουθούν τα μαθήματα. Να της προσφέρει όμως μια γνώση περίκλειστη και μελαγχολική, αφού χωρίς τα απαραίτητα χαρτιά θα έμενε για πάντα μη ανταγωνιστική, φυλακισμένη στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού.
        Τον επόμενο χρόνο ο Ιωάννης Μπούκουρας με το κεφάλαιο από την εκποίηση του ιστιοφόρου του «Θαλάσσιος Ίππος» αγόρασε το πρώτο λιθόκτιστο θέατρο της Αθήνας, το «Θέατρο των Αθηνών» για τις εφημερίδες, αλλά «Θέατρο Μπούκουρα» για τον κόσμο. Η Ελένη ενθουσιάστηκε με την ιδέα του πατέρα της. Έμαθε εκεί τη σημασία της μίμησης – γνώση που στάθηκε καθοριστική για τη ζωή της. Όμως η ζωγραφική την τραβούσε πιο πολύ από το θέατρο, πλην όμως περιοριζόταν από το γεγονός πως ήτανε γυναίκα.
        Έτσι η Ελένη πήρε με τον πατέρα της το καράβι, για να ταξιδέψει από τον Πειραιά στη Νάπολη, με σκοπό να σπουδάσει ζωγραφική. Η καπετάνισσα Μαρία, η μάνα της, δέχτηκε τότε πολύ φαρμάκι από την αλαφροΐσκιωτη πρώτη της θυγατέρα. Ο ξενιτεμός της απομάκρυνε την πιθανότητα του γάμου, που τότε θεωρούνταν η φυσιολογική εξέλιξη στη ζωή κάθε γυναίκας, που βρισκόταν στην ηλικία της. Αποχαιρετώντας την η Ελένη μέσα από το καράβι έβλεπε τα ρούχα της να ξεμακραίνουν και αποχαιρετούσε μαζί όλες εκείνες τις κοινωνικές συμβάσεις και παραδοσιακές αξίες, που η ίδια δεν ήθελε να τηρήσει. 
        Βγαίνοντας όμως από τη Νάπολη, για να πάει στη Ρώμη έπρεπε να μεταμφιεστεί. Μια αλλαγή της πολιτικής κατάστασης στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επέβαλε αυτή τη μεταμφίεση, για λόγους ασφαλείας. Ο καπετάν Γιάννης την εγκατέστησε στη Ρώμη και επέστρεψε στην θεατρική επιχείρηση στην Αθήνα. Έδειξε έτσι απόλυτη κατανόηση στις επιλογές της κόρης του - όσο τολμηρές κι αν ήταν αυτές - και μάλιστα σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εποχή. Και την πρώτη ρωμαϊκή της νύχτα επισκέφτηκε την Ελένη στο όνειρό της η Μεγάλη Κυρά, η Λασκαρίνα Mπουμπουλίνα. Και τη συμβούλεψε «να συνεχίσει να ντύνεται σαν άντρας, γιατί έτσι θα μάθει τα διπλάσια κι από τους άντρες κι από τις γυναίκες».
        Το επόμενο πρωί, ανήσυχη με το όνειρο της περασμένης νύχτας, είδε σ΄ αυτό ένα προφητικό σημάδι. Εξάλλου θα έδινε σύντομα εξετάσεις στη Σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων. Καθώς στο μοναστήρι δεν έκαναν δεκτές για τη ζωγραφική γυναίκες – πράγμα που είχε αποκρύψει από τον πατέρα της – το αποφάσισε. Γέννησε, λοιπόν, η Ελένη εκείνο το πρωί τον εαυτό της ως Κανένα. Θα ζούσε εφεξής ως Κανένας. Έγινε δεκτή σε μια από τις ανώτερες τάξεις. Και μέσα στο μοναστήρι και στην πόλη απέφευγε τις συναναστροφές, μήπως αθέλητά της προδοθεί. Ήταν πια «ένας μοναχικός, συνεσταλμένος, μάλλον άσχημος και ανήσυχος άντρας, βυθισμένος στην προοπτική των δίχως όρια ταξιδιών και των περιπλανήσεων, που θα του επέτρεπαν η αμφίεση και οι σπουδές του».
        Έφερνε όμως στο μυαλό της και την αλλοτινή Ελένη, που έκλεβε τα αποκέρια στο σχολείο, για να ζωγραφίζει στο σκοτάδι. Αναρωτιόταν συχνά ποια θα ήταν τώρα η τιμωρία της, μιας και η παραβίασή της ήταν βέβαια πιο σοβαρή. Η απελπισία την κυρίευε αραιά και πού, αφού με πονηριά και ψέματα κέρδιζε την απαγορευμένη γνώση. Τελειώνοντας τη σχολή των Ναζαρηνών εξακολούθησε να φορά κοστούμια, για να ζει μόνη και να ταξιδεύει με ασφάλεια. Η Ελένη είχε μάθει να γίνεται αόρατη. Μόλις περνούσε «το μαγικό δαχτυλίδι των αντρίκειων ρούχων, την αντικαθιστούσε αμέσως η εικόνα ενός νέου άντρα, ονομαζόμενου Κανένας». Απελευθερώθηκε σταδιακά μετά τη μετακίνησή της από την κλειστή κοινωνία των Σπετσών στην αθηναϊκή κοινωνία και έπειτα σε μια ξένη χώρα. Απολάμβανε πια την ελευθερία του ξένου, του ξεριζωμένου.
        Κι ύστερα, μια πολιτεία της ενδοχώρας, στάθηκε μοιραία για την Ελένη. Η Φλωρεντία. Κι ο έρωτας για το ζωγράφο Σαβέριο Αλταμούρα. «Πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, η εντός της Ελένη εξεγέρθηκε εναντίον του Κανένα, όπως πάντα εξεγείρεται η ζωή εναντίον του θανάτου. Αν νικούσε η Ελένη, θα έχανε όλα τα προνόμια που της υποσχόταν ο Κανένας. Αν νικούσε ο Κανένας, τότε η Ελένη θα έχανε για πάντα την ψυχή της»
        Αποφάσισε, λοιπόν, να ενώσει τη ζωή της με τη δύναμη αυτού του ανέμου, του Σαβέριο Αλταμούρα. Ο άνεμός του «την εσήκωσε σε δυνατή και τρυφερή αγκάλη και την ταξίδεψε για λίγο στους εφτά ουρανούς». Εκεί γεννήθηκαν τα δύο πρώτα της παιδιά, ο Ιωάννης και η Σοφία. Αναγκάστηκε, μάλιστα, να ασπαστεί τον καθολικισμό, για να στεφανωθεί το Σαβέριο, προδίδοντας την παμπάλαιη γονεϊκή της πίστη. Κι ύστερα ήρθε ο δεύτερος γιος, ο Αλέξανδρος.
        Κι όταν μετά από κάποια χρόνια την εγκατέλειψε ο Σαβέριο, για να φύγει με την Αγγλίδα φίλη της και ζωγράφο Τζέιν Χέι, η Ελένη κίνησε με το πλοίο της επιστροφής για την Ελλάδα. Τον Ιωάννη και τη Σοφία άλλωστε ανέτρεφαν οι γονείς της στην πατρίδα. Τον Αλέξανδρο, βρέφος ακόμα, τον πήρε μαζί του ο Σαβέριο. Και στο ταξίδι αυτό η Ελένη επέλεξε να ενδυθεί τα αττικά της φορέματα, αφήνοντας πίσω της για πάντα το αντρικό κοστούμι του Κανένα.
          Στην Αθήνα άρχισε να εργάζεται, ντυμένη στα γυναικεία μακριά φορέματα, στα γυναικεία μαλλιά. Έπρεπε να αποδείξει την αξία των γραμμάτων και για τις γυναίκες, δικαιολογώντας έτσι τη μεταμόρφωσή της σε άντρα, για να μορφωθεί. Από τη μαυρίλα της μελαγχολίας, που την επισκεπτόταν συχνά, την ελευθέρωναν τα δυο μικρά παιδιά της. Ο Ιωάννης, μάλιστα, από πολύ μικρός μαθήτευε κοντά της στη ζωγραφική. Και η Ελένη τα άφηνε να πιστεύουν πως κάποια μέρα ο πατέρας τους θα ερχότανε να τα αγκαλιάσει φέρνοντας δώρο τον μικρό Αλέξανδρο.
        Μόλις, όμως η αρρώστια χτύπησε την κόρη της, τη Σοφία, στα 18 της χρόνια, η Ελένη την έφερε στο σπίτι του νησιού, στις Σπέτσες. Και σαν ήρθε η ώρα της για το τελευταίο ταξίδι, η Ελένη τη ζωγράφισε στην αγκαλιά του αγγέλου. Κι ένιωσε τότε πω « η μοίρα την εκδικήθηκε, γιατί προσπάθησε να δραπετεύσει από την προκαθορισμένη επανάληψή της. Να δραπετεύσει προς την ελευθερία της δικής της φύσης».
        Και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς που έφυγε η Σοφία, έφυγε και ο Ιωάννης, για να συνεχίσει τις ζωγραφικές του σπουδές στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης. Και ο αποχαιρετισμός αυτός πόνεσε την Ελένη. Όμως δεν έπρεπε να αρνηθεί στο γιο της την περιπλάνηση στη γνώση, αφού ούτε κι ο αγράμματος, πλην ευφυής, πατέρας της την αρνήθηκε κάποτε σ’ αυτήν.
        Το επόμενο καλοκαίρι ο μικρότερος γιος, ο Αλέξανδρος, ήρθε στο σπίτι των Σπετσών, για να γνωρίσει τη μητέρα του. Και η Ελένη «αλίευε συγκινημένη από το πρόσωπο και τη συμπεριφορά του γιου της θραύσματα από τον πρώτο της έρωτα, σαν από ένα αρχέτυπο ζωής». Του έδειξε, μάλιστα, καθετί το ορατό, καθετί που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να την προσεγγίσει. Κι όταν ο Αλέξανδρος ζήτησε να φύγει από το νησί, η Ελένη κατάλαβε πως εκείνος θα έμενε πάντα ξένος γι’ αυτήν κι εκείνη πάντα ξένη γι’ αυτόν.
        Ωστόσο, ο Ιωάννης, μετά την επιστροφή του από τη Δανία, ήρθε να ζήσει κοντά στην Ελένη, στις Σπέτσες. Ζωγράφιζε ασταμάτητα, σαν να μην ήθελε να πάει χαμένη ούτε η παραμικρή στιγμή, από όσες μετρημένες του είχαν απομείνει. Κι όταν αναχώρησε κι αυτός, στα 26 του χρόνια, για το μεγάλο ταξίδι, ξεκίνησε και η Ελένη για «τη μετά τη ζωή ζωή των γυναικών», όπως την αποκαλούσε. Ουρλιάζοντας, πέφτοντας καταγής, λύνοντας και τραβώντας τα μαλλιά της ξεκρέμασε έναν έναν τους πίνακές της, τους κουβάλησε στη βεράντα πάνω από τη θάλασσα και τους έκαψε. Πίστευε πως έτσι έκαιγε όλη την προηγούμενη ζωή της : τη δειλία της να σκοτωθεί, τα δύο παιδιά που γέννησε δίχως ουράνιες και επίγειες ευχές, την αλλαγή του ορθόδοξου δόγματος με το καθολικό, το αντρικό ντύσιμό της, που πλήγωσε τη νηνεμία του γυναικείου πανάρχαιου κόσμου. Κι ακόμα πίστευε πως η φλόγα αυτή θα ήταν ο φάρος για τον Ιωάννη, για να θυμάται πού ήταν το φως και να μπορεί να επιστρέφει.
        Από κει και πέρα τίποτε δεν είχε πια σημασία γι’ αυτήν, όσο οι φωνές και οι επισκέψεις των αγαπημένων της. Γέμιζε τις λεκάνες με νερό, άφηνε πάνω στο τραπέζι κοντυλοφόρο και λευκό χαρτί και περίμενε. Ή έστρωνε και ξέστρωνε τα κρεβάτια των παιδιών της. Καμιά φορά τους τραγουδούσε με τη ραγισμένη της φωνή.
        Όταν, μετά από χρόνια, η Ελένη, η κυρα-Λένη για τις γειτόνισσες, αναχώρησε νύφη για το στερνό της ταξίδι, η Λασκαρίνα, η κουτσή της υπηρέτρια, φάνηκε στην πόρτα και τους είπε να κοπιάσουν. Κι άρχισαν οι γειτόνισσες τα θρηνητικά τους τραγούδια, λέγοντας στην κυρα-Λένη να πάει στο καλό, αφού τη ζήτησε ο Θεός στη δούλεψή του.
        Ένα μήνα αργότερα, Μεγάλη Τρίτη πρωί, ο Αναστάσης Μπούκουρας, ο αδελφός της Ελένης, αποσφράγισε το σπίτι των Σπετσών. Και δυο μέρες μετά, τη Μεγάλη Πέμπτη, περιδιαβαίνοντας μέσα στα δωμάτια αυτού του σπιτιού, ανάστατος από την τρέλα που αντίκριζαν τα μάτια του, πήρε την απόφασή του : Εξάλειψε με την πυρά όλα τα ίχνη, εξαερώνοντας μια για πάντα την προδοσία, την αμαρτία, τα μαγικά.
        Ο χαρακτήρας του έργου είναι γυναικοκεντρικός, με σημείο αναφοράς το διχασμό, τη διπλή ταυτότητα, το διώνυμο πρόσωπο, που παλεύει απεγνωσμένα να συμφιλιώσει τα δύο μισά κομμάτια του εαυτού του και οδηγείται τελικά στην ήττα και στην τρέλα. Κυρίαρχο μοτίβο είναι αυτό της μεταμφίεσης, η οποία συνδέεται με την αναζήτηση της αλήθειας και δηλώνει την προσπάθεια απεγκλωβισμού από τα στενά, περιοριστικά όρια του φύλου. Έτσι, διαμορφώνεται μια νέα ταυτότητα στην ηρωίδα και εμφανίζεται μια νέα εικόνα, αποδεκτή όχι μόνο από τον εαυτό της αλλά και από τους άλλους. Η Ελένη είναι ένα σύμβολο της διαφορετικότητας και του στοιχείου του Άλλου μέσα στο Ίδιο. Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα  στο ορθόδοξο και το καθολικό δόγμα, την ιδιότητά της ως γυναίκας και μητέρας και τη ζωγραφική, που είναι πάντα η προτεραιότητά της.
        Ο γυρισμός στην Αθήνα και η επιστροφή στα γυναικεία ρούχα αφαιρούν από την Ελένη το δυναμισμό και τη σιγουριά που της έδινε το κοστούμι του Κανένα. Το ταξίδι της, με την έννοια της αναζήτησης μιας ταυτότητας, βρίσκεται πλέον σε τελικό στάδιο. Τα πένθιμα γυναικεία ρούχα, όπως τα αποκαλεί, είναι σαν μαύρα πανιά επιστροφής.
        Επιπλέον, η ηρωίδα παρουσιάζεται σε πολλά σημεία του βιβλίου τόσο αυτόνομη και ανεξάρτητη, που παρουσιάζει σημάδια αποκοπής, τόσο από τον οικογενειακό όσο και από τον κοινωνικό της περίγυρο. Αυτή η τρομακτική ανεξαρτησία και απόσυρση είναι που θα οδηγήσει στη δυσαρέσκεια των οικογενειακών της προσώπων και στο χαρακτηρισμό της ως μάγισσας από την κοινωνία των Σπετσών.
        Ως προς το είδος του, θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ¨μυθιστορηματική βιογραφία¨. Η συγγραφέας στηρίζεται σε αρχειακό υλικό, σε βιογραφικά δεδομένα, σε μαρτυρίες, έγγραφα και γεγονότα, τα οποία συνδυάζει αρμονικά με στοιχεία μυθοπλασίας.
        Ο τίτλος του έργου, όπως και η δομή του, παραπέμπουν στον Όμηρο. Με αφορμή κάποια άλλη Ελένη έγινε ο Τρωικός πόλεμος στην Ιλιάδα, Κανένας το όνομα με το οποίο συστήθηκε ο Οδυσσέας στον Πολύφημο στην Οδύσσεια. Το κείμενο χωρίζεται σε τρία μέρη και τα κεφάλαια αριθμούνται από το Α ως το Ω, σαν ραψωδίες. Το πρώτο μέρος ( Α-Δ ) και το τρίτο ( Υ-Ω ) είναι σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, με ουδέτερη φωνή. Από την αρχή κιόλας δίνεται ο τόνος του τέλους. Τα χαρούμενα χρόνια της Ελένης στις Σπέτσες δίνονται στο πρώτο μέρος. Το ίδιο αυτό νησί γίνεται και ο τάφος της, στο τρίτο και τελευταίο μέρος. Το μεσαίο και πιο εκτεταμένο μέρος ( Ε-Τ ) χαρακτηρίζεται από τον πρωτοπρόσωπο λόγο της ίδιας της ηρωίδας, είναι λυρικότερο και μοιρασμένο σε οκτώ ορθογράμματες και οκτώ πλαγιογράμματες αφηγήσεις. Οι ορθογράμματες αφηγήσεις είναι η γραμμική αναπόληση του παρελθόντος, ο αλλοτινός θρίαμβος. Οι πλαγιογράμματες αφηγήσεις, όπου κυριαρχούν οι εσωτερικοί μονόλογοι, είναι το τωρινό πένθος, ο εγκλεισμός στις Σπέτσες, όπου η Ελένη, έχοντας κάψει στην κυριολεξία το παρελθόν της, παίζει με τα αποκαΐδια του στην ερημιά της. Δεν είναι, λοιπόν, ένα κείμενο ευθύγραμμης πορείας, αλλά ένα πλέγμα συνεχών εναλλαγών παρόντος – παρελθόντος.
        Πολλές φράσεις δίνουν ποιητικό χρώμα στο κείμενο. Η συγγραφέας κατέχει τη γλώσσα και τη χειρίζεται αριστοτεχνικά. Είναι επιπλέον αξιοπρόσεκτος ο συνδυασμός του ρεαλιστικού με το ονειρικό στοιχείο, με αποτέλεσμα η ιστορία να παραμένει προσγειωμένη στην πραγματικότητα, ντυμένη όμως με το στοιχείο του ονείρου.
        Κλείνοντας, να επισημάνω πως η Ρέα Γαλανάκη, ανασύροντας από τη λήθη την ξεχασμένη ζωγράφο και την τραγική ιστορία της, ανασύρει μαζί και το φάσμα μιας άλλης Ιστορίας, καταδικασμένης από αιώνες στη λήθη και στη σιωπή : αυτή της άγραφης έως τις μέρες μας Ιστορίας των Γυναικών.





Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΥΛΩΝΑ




To Eνοριακό Κέντρο Αυλώνα είναι ένα κτίσμα που βρίσκεται δίπλα στον παλαιό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Δημητρίου. Το κτίσιμο του έργου είχε αρχίσει πριν πολλά χρόνια με την πρωτοβουλία των ιερέων του Αυλώνα και του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου είχε όμως παραμείνει ημιτελές και είχε μετατραπεί σε σκουπιδότοπο. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του κτιρίου, το σημερινό ημιτελές κτίσμα έκτασης 150 τετραγωνικών περίπου, τμήμα οικοδομήματος μεγαλύτερης πρόβλεψης για ξενώνα ηλικιωμένων κλπ, είχε προοριστεί για αίθουσα πολλαπλών χρήσεων. Πολλές φορές κατά το παρελθόν είχε απασχολήσει τους κατοίκους του Αυλώνα η αποπεράτωση του έργου ενώ τον τελευταίο καιρό μετά από συζητήσεις που είχαμε με φορείς και ιδιώτες στον Αυλώνα όλοι συμφωνούσαν ότι το έργο πρέπει να αποπερατωθεί αλλά με δεδομένη την οικονομική κρίση που κυριαρχεί, η χρηματοδότηση και αποπεράτωση του φαινόταν δύσκολη. Ξαφνικά ένας συμπολίτης μας, ο Γεώργιος Κων/νου Λιάκουρης τις προηγούμενες μόλις ημέρες μας ανακοίνωσε ότι με δική του δαπάνη, έχει ήδη αγοράσει τα τούβλα της οικοδομής ενώ υποσχέθηκε ότι θα τεθεί επικεφαλής των εργασιών προκειμένου το έργο να τελειώσει και μάλιστα σύντομα! Πράγματι τα τούβλα ήρθαν στις 8 Φεβρουαρίου 2013 ενώ με χρήματα της τοπικής Εκκλησίας αγοράστηκαν ήδη και τα υλικά οικοδομής απαραίτητα για το κτίσιμο του έργου! Τις επόμενες ημέρες όπως μας ενημέρωσε ο Γεώργιος Λιάκουρης αρχίζουν οι εργασίες αποπεράτωσης του Ενοριακού Κέντρου στις οποίες μετά από ενέργειές του θα συμμετέχουν εθελοντικά τεχνίτες και μάστορες από τον Αυλώνα! Ήδη σήμερα το πρωϊ ο Γιώργος Λιάκουρης μαζί με τον Δημήτρη Λέκκα και τον Σπύρο Σαμπάνη ξεφόρτωσαν τα δομικά υλικά του κτίσματος ενώ έχει ενημερωθεί και η Δημοτική Κοινότητα, ο Αντιδήμαρχος Αυλώνα και πολλοί άλλοι φορείς και ιδιώτες που προσφέρθηκαν ήδη να βοηθήσουν.Ο Αντιδήμαρχος Αυλώνα υποσχέθηκε ότι θα εξασφαλίσει την προμήθεια ειδικού τεχνίτη για το κτίσιμο.  Να ευχηθούμε καλή αρχή και καλό κουράγιο στον κο Λιάκουρη και υποσχόμαστε ότι ο Σύλλογός μας θα συνδράμει την πρωτοβουλία του!

O Γεώργιος Κ.Λιάκουρης

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

ΟΜΑΔΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟΥ-7/2/2013


Μετά από αίτημα πολλών μελών του Συλλόγου μας για εκμάθηση του τρόπου κατασκευής των κεντητών τμημάτων της παραδοσιακής φορεσιάς Αυλώνα, η Ομάδα Λαογραφικού Εργοχείρου πλαισιώθηκε από νέα μέλη, στα οποία θα γίνεται εντατική διδασκαλία του τρόπου κατασκευής της. Οι δασκάλες της Ομάδας είναι η π.Ευαγγελία Χρυσούλα, η Ασήμω Λέκκα και η Ιωάννα Λέκκα οι οποίες έχουν ήδη κατασκευάσει αρκετά χρυσοκέντητα τμήματα της παραδοσιακής μας φορεσιάς και θα προσφέρουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους. Η πρώτη συνάντηση των μελών έγινε στις 7-2-2013 ενώ τα μαθήματα θα γίνονται κάθε Τρίτη στις 4.30 το απόγευμα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αυλώνα. Η τεχνική κατασκευής παρότι δύσκολη και με απαιτήσεις αρκετού χρόνου έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών μελών και μη του Συλλόγου, τα οποία δηλώνουν αποφασισμένα να τις ξεπεράσουν προκειμένου να αναπαράγουν πιστά την τοπική φορεσιά του τόπου μας.




Δείγματα δουλειάς της Ομάδας Λαογραφικού Εργοχείρου 
από  την κοπή της Πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συλλόγου μας