Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

ΗΘΗ και EΘΙΜΑ του ΓΑΜΟΥ στο ΣΑΛΕΣΙ

Την Πέμπτη άρχιζαν να προετοιμάζουν το γάμο. Στις τρεις το απόγευμα καλούσαν τις κοπέλες στο σπίτι της νύφης να φτιάξουν τον γιούκο, με τα προικιά που είχαν πλύνει και σιδερώσει τις προηγούμενες μέρες. Πάνω σε ένα σεντούκι στρώναν ένα σεντόνι άσπρο και επάνω του δύο στρώματα γεμάτα άχυρο. Πάνω σε αυτά στρώναν όλα τα προικιά της νύφης. Κάτω-κάτω έβαζαν τις φλοκάτες (τα πλιάφια), τις αντρομίδες (τις σκόρσες), τα χράμια, τις πονόβες, τις βελέντζες, τα σεντόνια, κεντητές μαξιλάρες, ψιλά υφαντά και άλλα ωραία κεντήματα και πλεχτά. Τον ρουχισμό, τα γανώματα και τα άλλα πράγματα που ήσαν μέρος της προίκας, τα κρέμαγαν σε απλωμένα σκοινιά στο δωμάτιο, σε μιά γωνιά του δωματίου και πάνω σε τραπέζια. Ο γιούκος έφτανε ως το σταύρωμα (την ξυλοδεσιά του ταβανιού) του σπιτιού. Όταν έρχονταν οι κοπέλες που είχαν προσκαλέσει, έβαζαν λεφτά καρφιτσωμένα σε μεταξωτά μαντηλάκια, λευκά, ροζ, κρεμ ή κίτρινα, ή σε μαντήλια κεφαλής. Τραγουδούσαν και χόρευαν ενώ στις καλεσμένες κερνούσαν λουκούμια και για ποτό ούζο, ανακατεμένο με ροσόλι. Το βράδυ της ίδιας μέρας αφού φεύγαν οι κοπέλλες «πιάναν» το προζύμι για το κουλούρι της νύφης στο σπίτι της νύφης και το προζύμι για το κουλoύρι του γαμπρού στο σπίτι του γαμπρού. Το «έπιανε» μια κοπέλα που ζούσαν οι γονείς της ή γυναίκα που ζούσε ο άντρας της. Απαγορευόταν χήρα ή χωρισμένη. Το προζύμι το «έπιαναν» και το ζύμωναν στη σκάφη.

Το πρωϊ της Παρασκευής είχαν καλέσει τους συγγενείς της νύφης ή του γαμπρού ανάλογα για να κεντήσουν το κουλούρι. Μέσα σε μια πετσέτα ή μαντηλάκι έβαζαν ρύζι, κουφέτα, στραγάλια, φουντούκια, μύγδαλα, σταφίδες και λεφτά. Μετά από το στόλισμα του κουλουριού και πριν φύγουν, άνοιγαν το μαντηλάκι και μέσα σε ένα ταψί ή πάνω στο σοφρά που έκαναν το κουλούρι, ρίχναν το περιεχόμενό τους. Μετά «ρίχναν» το κουλούρι στο φούρνο. Την ίδια στιγμή «πέφταν» ντουφέκια τιμητικά για το κουλούρι. Οι γυναίκες ήσαν στολισμένες με καλά μαντήλια κεφαλής στολισμένα ένα γύρω με λουλούδια πολύχρωμα. Κάθε χήρα που τύχαινε να είναι συγγενής και βρισκόταν εκεί, έβγαζε το μαύρο μαντήλι και φορούσε για 40 μέρες μαντήλι λαδί. Μαζί με το κουλούρι της νύφης κάναν και πολλά μικρά κουλούρια όμοια με το μεγάλο που τάστελναν στο συμπεθεριό, σα σημείο προσκάλεσης στο γάμο. Το κουλούρι γινόταν με αλεύρι και μέλι ή ζάχαρη που ήταν σημάδια για να είναι γλυκός ο βίος των νιόνυφων. Το κουλούρι και τα κουλουράκια ήσαν καταστολισμένα με λουλουδάκια, μοσχογαρύφαλλα, μπιρμπίλες, γαϊτανάκια και κάθε λογής σχέδια.

Το Σαββάτο συνέχιζαν το γλέντι με χορούς και τραγούδια. Συνήθως το Σαββάτο το απόγευμα, έστελνε ο γαμπρός στη νύφη, με ένα αγόρι από το σόϊ του που ζούσαν και οι δυό γονείς του, τα ασημικά και τα στολίδια που θα φόραγε την άλλη μέρα στο γάμο, αλλά οι περισσότεροι γαμπροί, τα έστελναν την Κυριακή το πρωϊ μετά την λειτουργία. Η νύφη έστελνε στο γαμπρό το γαμπριάτικο πουκάμισο που τόχε φτιάξει η ίδια.

Έτσι έφτανε η Κυριακή. Το πρωϊ και μετά από το τέλος της λειτουργίας, μαζεύονταν οι συμπεθέροι στο σπίτι της νύφης και του γαμπρού και τους έβαζαν να φάνε. Τα όργανα ξεκινούσαν να πάρουν τον κουμπάρο. Μαζί πλέον με τον κουμπάρο πήγαιναν να πάρουν τον γαμπρό. Ο γαμπρός πιο παλιά φορούσε φουστανέλλα και αργότερα κουστούμι. Από το σπίτι του γαμπρού πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Μπροστά πήγαινε ένα αγόρι που κουβάλαγε σε δίσκο το κουλούρι του γαμπρού και πίσω ένα άλλο αγόρι που κρατούσε μέσα σε πανέρι στολισμένο τα ασημικά και τα στολίδια δώρα προς τη νύφη αν δεν τα είχαν στείλει πιό νωρίς. Τα όργανα ώσπου να φτάσουν στο σπίτι της νύφης «βάραγαν» το «χαβά της νύφης» που ήταν λυπητερός σκοπός, γιατί το συμπεθεριό του γαμπρού ερχόταν να χωρίσει για πάντα τη νύφη από το πατρικό της. Απ΄έξω από το σπίτι, τον γαμπρό υποδέχονταν ο πεθερός, η πεθερά και τα κουνιάδια του. Εδώ ο πεθερός του κρεμούσε στο πέτο ένα μαντηλάκι μεταξωτό με ένα φλουρί ραμμένο στην κάτω γωνία και το ίδιο η πεθερά. Ο γαμπρός φίλαγε το χέρι των πεθερικών και οι συμπεθέρες της νύφης τούριχναν στο λαιμό, καλά μαντήλια κεφαλής που μετά, όταν «σήκωναν» το γιούκο, τα έβαζαν σε ένα ταγάρι και τα έπαιρναν στο σπίτι του γαμπρού.  Μπαίνοντας στο σπίτι για να πάρει την νύφη, κάποιος από τους κουνιάδους του του «χτύπαγε» ένα χαστούκι. Μετά προχωρούσε και κερνούσε το γιούκο, καρφιτσώνοντας χρήματα και το ίδιο έκαναν και οι συμπεθέροι του γαμπρού. Όλοι μαζί, η νύφη εμπρός, που την βάσταγε ο πατέρας της ή ο αδελφός της ή ο κοντινότερος συγγενής και όλη η πομπή πήγαιναν στην εκκλησία. (Τα πολύ παλιά χρόνια ο γάμος όπως και η βάφτιση γίνονταν στο σπίτι). Η νύφη φόραγε τα νυφικά της, τα σιγγούνια όπως τα έλεγαν. Όταν τέλειωνε η στέψη, μπροστά τα όργανα που έπαιζαν τις διάφορες χαρούμενες «μπατινάδες» του γάμου, πήγαιναν πάλι πίσω στο σπίτι της νύφης. «Χόρευαν τον γαμπρό» όλοι οι συμπεθέροι της νύφης με την σειρά (χόρευε δηλαδή μπροστά ο κάθε συμπέθερος και μετά ο γαμπρός). Αφού τέλειωναν όλοι έμπαινε ο γαμπρός στο σπίτι της νύφης, εκεί που ήταν ο γιούκος και τον «έρριχνε» (τα πολύ παλιά χρόνια που η στέψη γινόταν στο σπίτι της νύφης γλύτωναν απο τον μπελά να γυρίσουν πάλι στο σπίτι της νύφης για να πάρουν τον γιούκο, χόρευαν οι συμπέθεροι τον γαμπρό και αυτός έρριχνε τον γιούκο). Τον γιούκο τον φόρτωναν στα κάρα  για το σπίτι του γαμπρού. Για ασφάλεια πήγαιναν οι συμπέθεροι του γαμπρού μαζί με τον γιούκο τραγουδώντας. Εδώ διάφοροι συγγενείς της νύφης προσπαθούσαν να κλέψουν κάτι από την προίκα όπως ήταν το έθιμο. Μπροστά έβαζαν τις εικόνες για να έχουν την ευλογία του Θεού. Φτάνοντας στο σπίτι του γαμπρού η μάνα και οι θειάδες του πρώτα-πρώτα και ο πατέρας του μετά περίμεναν το ζευγάρι στην αυλή. Η μάνα του γαμπρού φίλαγε σταυρωτά τη νύφη και τον γαμπρό λέγοντάς του να ζήσουν, το ίδιο έκανε ο πεθερός και οι στενοί συγγενείς. Η πεθερά κρεμούσε χρυσό ή ασημένιο νόμισμα αξίας στη νύφη. Μετά το υπόλοιπο συγγενολόϊ του γαμπρού φίλαγε την νύφη. Κατόπιν η πεθερά πάλι, κρατώντας ένα ποτήρι μέλι, που είχε μέσα αμύγδαλα για το καλό ριζικό, της έβαζε το μικρό δάχτυλο  μέσα στο ποτήρι και πιάνοντάς της το, το σταύρωνε τρεις φορές στη πόρτα. Αυτό σήμαινε ευτυχία. Η ίδια πάλι της έδινε ένα ρόδι και σταύρωνε, βαστώντας της το χέρι, την πόρτα τρεις φορές και η νύφη το πέταγε μέσα στο σπίτι να σπάσει και αυτό ήταν για να ζήσουν πολλά χρόνια. Μετά η πεθερά έπαιρνε ένα μεγάλο μεταξωτό άσπρο μαντήλι και ζώνοντας το ζευγάρι από το σβέρκο, τους τράβαγε μέσα σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Μόλις τελείωνε κι αυτό τους έδιναν και έτρωγαν τηγανίτες με μέλι. Όταν ο πατέρας του γαμπρού δεν ζούσε, την υποδοχή αντί για την πεθερά την έκανε μία θεία του γαμπρού ή η αδελφή του γιατί το «εξέταζαν» να δεχτεί την νύφη η πεθερά, σαν χήρα που ήταν. Μετά από λίγο κάθονταν να φάνε. Επικεφαλής ο γαμπρός με τη νύφη, ο κουμπάρος και δίπλα οι γονείς του γαμπρού. Τα παλιά χρόνια οι γονείς και το συμπεθεριό της νύφης δεν συμμετείχαν στο τραπέζι και γλέντι του γάμου, αλλά γλεντούσαν χωριστά στο σπίτι της νύφης. Συνήθως κιόλας πολλές φορές ήσαν παρεξηγημένοι για το θέμα της προίκας που έδινε ο πατέρας της νύφης γιατί φαινόταν λίγη στον πατέρα του γαμπρού ή για τα ασημικά και τα στολίδια που έστελνε ο γαμπρός στη νύφη, αν δεν ήσαν μεγάλης αξίας όπως τάθελε η νύφη. Μόλις τέλειωνε το τραπέζι άρχιζαν να παίζουν τα όργανα, η πίπιζα με το νταούλι. Πρώτος στο χορό «έμπαινε» ο πατέρας του γαμπρού και τον «βάσταγε»  η νύφη, μετά «έμπαινε» ο κουμπάρος, η κουμπάρα, που τους βάσταγε η νύφη, μετά ο γαμπρός και στο τέλος η νύφη. Η νύφη ακόμη έπρεπε να «κρατήσει» τους συμπεθέρους του γαμπρού που θα χόρευαν μπροστά (κι εδώ ο κάθε συμπέθερος που χόρευε πρώτος, «χόρευε» την νύφη). Όταν στα νεώτερα χρόνια ερχόντουσαν και οι συμπέθεροι της νύφης στο τραπέζι και το  γλέντι του γάμου, χόρευαν πάντοτε δεύτεροι, μετά το συμπεθεριό του γαμπρού. Το κουλούρι της νύφης το έκοβε ο γαμπρός και το μοίραζαν στο σόϊ του γαμπρού και το κουλούρι του γαμπρού το έκοβε η νύφη και το μοίραζαν στο σόϊ της. Ιδίως για το κουλούρι του γαμπρού γινόταν πατείς με-πατώ σε γιατί το θεωρούσαν γούρι. Ο γάμος συνεχιζόταν με χορό και τραγούδι μέρες και νύχτες πολλές, ακόμη και μία βδομάδα.

Το παραπάνω εθιμικό του γάμου καταγράφηκε το 1978 στον Αυλώνα Αττικής. Η γραφή ακολούθησε την αφήγηση  των πληροφορητριών από το Σάλεσι, οι οποίες ήσαν οι παρακάτω:

1) Βασιλική συζ. Ν.Κοροβέση
2) Ευδοξία συζ. Στέργιου Γραίγου
3) Αθηνά συζ. Γ.Ποταμιάνου
4) Παναγιώτα συζ. Ν.Γεωργίτσα
5) Σοφία συζ. Ι.Γιώργα
6) Ευαγγελία συζ. Ε.Μπαλόκα

Όλες οι πληροφορήτριες έχουν, εδώ και πολύ καιρό τώρα, φύγει από κοντά μας, και αυτή εδώ η καταγραφή αφιερώνεται στην μνήμη τους, σαν ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης.

(από την ''ανάγνωση'' του τυπικού και των εθίμων του γάμου, προκύπτει σαφώς η "αντιπαλότητα'' που υπήρχε ανάμεσα στα συμπεθεριά του γαμπρού και της νύφης, κατάλοιπο από το αρχαίο έθιμο της αρπαγής της νύφης, σαν μέσον επίτευξης του γάμου)

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΙΚΑΚΗΣ

«Ακούσιοι Δραπέτες» είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Γκικάκη την οποία υπογράφει  ποιητικά σαν Άρης  Ρωμανός. Το απόγευμα της Κυριακής 10 Απριλίου 2011 έγινε η παρουσίαση του βιβλίου στο κέντρο «Αλώνι» στον Ωρωπό. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από κατοίκους της ευρύτερης περιοχής και φίλους, όπως ανέφερε  ο ποιητής,  και μέσα στους φίλους ήταν πολλοί συντοπίτες μας, συμμαθητές του από το Γυμνάσιο του Αυλώνα  και συνάδελφοι του από την Αεροπορία. Με μεγάλη συγκίνηση υποδέχθηκαν οι Αυλωνίτες αυτή την ποιητική συλλογή,  γιατί ο Γιάννης Γκικάκης έχει συμπεριλάβει σ’ αυτήν, τρία ποιήματα  για το Σάλεσι, και μας ξετυλίγει εικόνες από την δύσκολη εκείνη εποχή της δεκαετίας ’50-‘60  και την εφηβική του ηλικία.
'' Η βραδιά απόψε είναι αφιερωμένη στον Αυλώνα!'' ανέφερε ο ποιητής  προς τον Σύλλογο Αυλωνιτών «ΤΟ ΣΑΛΕΣΙ», ο οποίος προσκλήθηκε και συμμετείχε στην εκδήλωση με εκπροσώπους και μέλη του. Ο ποιητής μετά από αίτημα της Γραμματέως του Συλλόγου υπέγραψε με σεμνότητα το βιβλίο με την ποιητική του συλλογή, το οποίο θα κοσμήσει την βιβλιοθήκη του Συλλόγου. Εκτός από τον ποιητή και τη συλλογή του, ξαναζωντάνεψαν οι μνήμες για τους μαθητές της δεκαετίας ’50-’60  του Γυμνασίου Αυλώνα, όταν υποδέχθηκαν τις αγαπημένες τους καθηγήτριες, Πηνελόπη και Άρτεμι Στασινοπούλου που παραβρέθηκαν στην εκδήλωση και προλόγισαν το έργο του ποιητή.   
Την  εκδήλωση έκλεισαν δύο ομιλητές  από τον Αυλώνα και μέλη του Συλλόγου μας, οι οποίοι ανέβασαν στο ζενίθ την ήδη φορτισμένη συγκινησιακά ατμόσφαιρα: 
1)Ο Αντιπρόεδρος του Συλλόγου κος Ν.Οικονομίδης, ο οποίος απηύθυνε  χαιρετισμό εκ μέρους της  Διοικούσας Επιτροπής και ανακοίνωσε ότι ο Σύλλογος με ομόφωνη απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, θα ανακηρύξει επίτιμο μέλος  του Συλλόγου μας  τον Γιάννη Γκικάκη για την προσφορά και την αγάπη του στον Αυλώνα.
2)Η κα Σαμπάνη Γιούλα, η οποία απήγγειλε ένα δικό της ποίημα που έγραψε προς τιμή της καθηγήτριας της, κας Στασινοπούλου Αρτέμιδος.


Η πρεσβυτέρα Ευαγγελία Βόγκλη-Χρυσούλα, ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου μας, παρέστη στην εκδήλωση για τον Γιάννη Γκικάκη και συγκινημένη απέστειλε μετά την εκδήλωση, την παρακάτω ανοιχτή ευχαριστήρια επιστολή:

                                      Προς τον κο Γιάννη Γκικάκη
                                   Ευχαριστήρια  ανοιχτή επιστολή

Την  Κυριακή 10/04/2011  μαζί με πολλούς άλλους Αυλωνίτες, βρεθήκαμε στον Ωρωπό, στην παρουσίαση των ποιημάτων «Ακούσιοι Δραπέτες» του  Γιάννη Γκικάκη. Είμαστε οι περισσότεροι  μαθητές του Γυμνασίου Αυλώνα των δεκαετιών ’50-’60 στο οίκημα του Βαγγέλη και της Τσίας Σαμπάνη. Κύριε Γκικάκη, ένα δημοτικό  τραγούδι λέει : «να ‘σαν τα νιάτα δυο φορές». Εσείς κύριε Γκικάκη κατορθώσατε το ακατόρθωτο. Μας γυρίσατε 50 χρόνια πίσω, μας γυρίσατε μέσα στις αίθουσες του σχολείου μας.  Είδαμε  πάλι τους παλιούς συμμαθητές μας, όπως ήτανε τότε, είδαμε πάλι τους καθηγητές μας να μας διδάσκουν και να μας γαλουχούν με τα νάματα που πρέπει  να γαλουχηθούν όλοι οι πραγματικοί Έλληνες. Η συγκίνηση και ο ενθουσιασμός όλων ήταν τόση , που δεν μπορώ παρά  να σας ευχαριστήσω  και δημόσια γι΄ αυτή την  χαρά που μας χαρίσατε, αλλά και για το υπέροχο βιβλίο που μας στηρίζει, μας θυμίζει και μας παρηγορεί, γιατί βλέπουμε πως δεν χαθήκανε όλα.   «Μικρά ζύμη όλον το φύραμα ζυμεί». Κύριε Γκικάκη   είστε πραγματικός Έλληνας. 
 Σας θαυμάζω και σας ευχαριστώ.
Πρ.Ευαγγελία Βόγκλη-Χρυσούλα




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ  ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  ΓΚΙΚΑΚΗ

Ο Γιάννης Γκικάκης  γεννήθηκε στον Ωρωπό  το 1941. Μέχρι το 1961 έζησε στον Ωρωπό. Φοίτησε στο νεοσύστατο τότε Γυμνάσιο του Αυλώνα  και στη συνέχεια πέρασε στην ΣΤΥΑ . Σήμερα είναι απόστρατος αξιωματικός της αεροπορίας και ζει πλέον μόνιμα στον Ωρωπό με την οικογένειά του. Με την λογοτεχνία ασχολήθηκε περιστασιακά από τα παιδικά του χρόνια. Δύο παιδικά του ποιήματα δημοσιευτήκαν το 1953-1954 στην «Διάπλαση των Παίδων». 
Το 1962-65 συνεργάζεται με το «Φως των Σπορ»   όπου πέρα από το αθλητικό ρεπορτάζ γράφει και  «Τα Έμμετρα Πορτραίτα των 'Ασσων» σε δική του στήλη  με το ψευδώνυμο «Άρης Ρωμανός». 
Το 1963 έγραψε το μοναδικό θεατρικό του έργο «Στη Σκιά της Αγχόνης» για της ανάγκες της θεατρικής ομάδας του «Αγροτικού και Μορφωτικού Συλλόγου του Ωρωπού».
Το 1965-68 γράφει στην «Εθνική Φωνή» των Χανίων. Κάποια ποιήματά του μελοποιήθηκαν και κυκλοφόρησαν  το 1968-69 σε δίσκους από την AMI RECORDS, με τους AIR BOYS.
Έχει γράψει μέχρι σήμερα τρία βιβλία  :  
α)«Η Ιστορία του Ωρωπού»

β)«Η Ιστορία του Ποδοσφαίρου του Ωρωπού»
γ) «Ακούσιοι Δραπέτες». 
Ποιήματα και διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά κατά καιρούς.




Παρακάτω δημοσιεύονται δύο ποιήματα του Γιάννη Γκικάκη αφιερωμένα στο Σάλεσι των μαθητικών του χρόνων.

 Το μονοπάτι
(Γυμνάσιο Σάλεσι 1956)
Ξεκίναγαν πουρνό-πουρνό πολύ πριν να χαράξει, 
πριν  να λαλήσει πετεινός, τα γίδια πριν σκαρίσουν
στο Σάλεσι να φτάσουνε να μπούνε μες την τάξη
πριν το κουδούνι ακουστεί κι οι αίθουσες γεμίσουν.

 Μέσα στον ύπνο το βαθύ τους σκούνταγε η μάνα.
 «Ξύπνα παιδί μου, ξύπνησε καλό μου παλικάρι.
σου 'φτιαξα τσάι του βουνού μαζί με ματζουράνα.
Ξύπνα γιατί θα ματαρθεί ο ύπνος να σε πάρει.»

«Ξύπνα και θα 'ρθουν τα παιδιά. Να μη σε περιμένουν.
Σου έβαλα λίγο ψωμί κι ελιές μέσα στη σάκα.
Σήκω βλαστάρι μου γλυκό, λίγα λεπτά σου μένουν,
σε λίγο τ' άλλα τα παιδιά θαν' στη μεγάλη λάκα.»     

Πονούσε η μάνα η καψερή που ξύπναγε το γιό της
μες στα βαθιά μεσάνυχτα πού 'ναι γλυκός ο ύπνος.
Έβαζε γλύκα στη φωνή μαζί και παρακάλια
κι απέξω στα λιθαριακά 'λυχτούσαν τα τσακάλια. 
 
Γύριζε ο γιος της το πλευρό, ύπνο για να ξεκλέψει,
μες στις πονόβες τις ζεστές λίγο να χουχουλιάσει.
Μα έπρεπε να σηκωθεί, τη σάκα να μαζέψει
και τα παιδιά που έρχονταν, στο δρόμο να προφτάσει.

Κι η μάνα γλυκομίλητη του χάιδευε το κεφάλι
και του ψιθύριζε γλυκά, να μη τονε ταράξει.
«Σήκω καρδούλα μου γλυκιά, σήκω να πιεις το τσάι.
Σου 'χω και δυο Kαψαλιαστές γεμάτες πετιμέζι.»

Σαλτάρει ο γιος της βιαστικός, «στο πόδι τρώει και πίνει.
Φτιάχνει τη σάκα με σπουδή και ο βοριάς σφυρίζει.
Ξοπίσω τρέχει η μάνα του και κάτι τι του δίνει.
«Πάρε την κάπα του παππού άρχισε να χιονίζει.»

Εκεί στη διασταύρωση τρία παιδιά ανταμώνουν.
Παίρνουν το δρόμο βιαστικά, παίρνουν την ανηφόρα.
Ειν' ο Λωνίδας ο μικρός κι ο Γιάννης του 'Δυσσέα
 του Κοροβέση ο Κωστής που όλο μετράει την ώρα.

Σε λίγο φτάνουν στα ψηλά, στ' Αϊ Γιώργη τις στροφούλες.
Το καντηλάκι του θωρούν και κάνουν το σταυρό τους.
Μέσα στο μαυροσκόταδο μερεύουν οι καρδούλες.
Ψιθυριστά λεν προσευχή στον άγιο το δικό τους.

Λίγο μετά απ' τη στροφή μπαίνουν στο μονοπάτι.
Το μονοπάτι που 'βγαζε στις Αρμενιάς τους βράχους
Που έβγαζε στο Σάλεσι, 'σα που 'φτανε το μάτι.
Δυο ώρες δρόμος μοναξιάς, γιομάτος από δράκους.

Και ήταν μισή οργιά στενό, σε σκίνα και σε πεύκα
που φτάνανε ψηλόκορφα στον ουρανό απάνω.
Και δεν φαινόταν ουρανός και τη νυχτιά Φεγγάρι
και που σκιαζόνταν τα παιδιά η λάμια μη τα πάρει.

Μα τούτο το ξημέρωμα δεν είχε βγει Φεγγάρι. 
Το χιόνι έπεφτε πυκνό κι όλα λευκά ντυμένα.
Απόψε δεν θα τόλμαγε κανένα παλικάρι,
μα τα παιδιά συνέχιζαν να Φτάσουν τα καημένα.

Τριζοβολούσε με θυμό στο πάτημα το χιόνι
από τα τρυπιοπάπουτσα -της ΟΥΝΤΡΑΣ- που φορούσαν,
Το χιόνι γέμιζε πυκνό των παπουτσιών τα μπόσκα,
μα τα παιδιά συνέχιζαν. Να Φτάσουνε ποθούσαν.

Σκούπιζαν απ' τα τσίνορα το χιόνι που κολλούσε,
το δρόμο να μη χάσουνε, στο δάσος μη χαθούνε
και το καθένα έσφιγγε τα δόντια όσο μπορούσε .
Τρέμανε τα τσαούλια τους και «ψάχναν» να τα βρούνε.

Τις πατατούκες σήκωναν πάνω απ' το κεφάλι,
να το κρατήσουνε ζεστό, μα και στεγνό συνάμα.
Τα ξωτικά να διώξουνε και να θαρρέψουν πάλι, 
Φωνές του Φόβου έβγαζαν μα και τραγούδια αντάμα.

Μα κάπου εκεί στο διάσελο λίγο αναθαρρήσαν.
Εκεί Ψηλά απέναντι φανήκανε δυο φώτα.
'Ηταν εκεί το Σάλεσι και του σχολειού η πόρτα.
Ανάσα πήρανε βαθιά, 'σα κάτω ροβολλήσαν.

Πέρα από τα βλάχικα ακούστηκαν κοκόρια,
 μα κι αλυχτήματα σκυλιών και κοπαδιών τροκάνια.
Τώρα ήταν κατήφορος, βγάλαν φτερά τα πόδια.
Λίγο πιο κει μουγγάνιζαν του Λιάκουρη τα βόδια.

Στου Βουργενιού το πέρασμα που ήταν Φουσκωμένος,
βουλιάξανε τα πόδια τους μες σε νερό και λάσπη
και ο Λωνίδας ο μικρός κόλλησε ο καημένος.
Μα μονομιάς τον τράβηξαν με δύναμη οι άλλοι.

Μ' όσες δυνάμεις έμεναν, συνέχισαν το δρόμο,
λιπόσαρκα λιανά κορμιά, της κατοχής η γέννα
μα σήκωναν τα όνειρα στον παιδικό τους ώμο.
Είχαν στομάχι μια σταλιά και μια καρδιά ένα στρέμμα.

Μπήκαν στην άκρη του χωριού κι άρχιζε να χαράζει.
Ήταν μπούζι τα πόδια τους, τα μάγουλα αναμμένα.
Τραγούδι πιάσαν χαρωπό κι ο κόσμος τους κοιτάζει,
πίσω απ' τα τζάμια τα θολά με άχνα γεμισμένα

Και φτάσανε στη πέτρινη αυλή του Γυμνασίου.
Έξω η θεια Τσία τάιζε με σκύβαλα τις κότες.
Ο κυρ' Βαγγέλης έριχνε άχυρο στα μουλάρια
κι οι μαθητές εβγήκανε, φωνάζοντας, στις πόρτες.

Πλύναν τα λασποπάπουτσα πριν μπούνε μες στην τάξη,
μες στις κουρούτες της αυλής που πότιζαν τις γίδες.
Τίναξαν το σακάκι τους στην αίθουσα μη στάξει
και μπήκανε καμαρωτοί που πρόλαβαν τις γκρίνιες.

Πήρε το απουσιολόγιο του Πατσουλέ η Βούλα.
«Παρόντες» εσημείωσε κι ήταν φχαριστημένη.
Μα και τα άλλα τα παιδιά χαρούμενα φωνάζαν
«καλώς τους, τους εξ Ωρωπού, κι ας είναι παγωμένοι ».

Κι ήταν ο Κώτσος Σακαής κι ο Γιώργος Μητσιγάτσης,
ήταν κι ο Τάκης Κυριακού κι ο Δάβρης ο Μανώλης,
ήταν κι ο Γιώργος ο Λαδάς κι ο Παπαθεοφάνους
και ο Σωτήρης ο Μαντάς κι ο Νίκος Δημαντώνης.

Μα και η Σούλα η όμορφη με τις πυκνές τις μπούκλες,
Του Ζαρογκίκα η Δήμητρα και η Παπά κι η Σύρμα
κι η Βασιλά η Αγγελική κι απ 'το Χαλκούτσι ο Δάβρης .
Ήταν κι απ' το Συκάμινο του Μαλακού ο Βασίλης.

Ήτανε και ο Νέστορας απ' τη Μαυροσουβάλα,
που πήγαινε ως το σταθμό στο δίκυκλο καβάλα.
Βασίλη τον ελέγανε, του Παπαβασιλείου,
που όλο πλάκες έκανε την ώρα του σχολείου.

Και ξάφνου όλοι σώπασαν. Κάθησαν στα θρανία.
Η αίθουσα εγλύκανε η Αρτεμις σαν μπήκε,
που στο δικό της μάθημα δεν νιώθανε ανία
κι η τάξη εζεστάθηκε και το ρυθμό της βρήκε.

Την άλλη ώρα μάθημα με την κυρία Πόπη
που αρχαία μας εδίδασκε με ζήλο και αγάπη.
Και 'κει μετά τα δύσκολα, άλγεβρα με Σαράφη
κι ο γυμναστής Γορδοβανάς που έμενε στο ράφι.

Έτσι ήτανε τα πράγματα την εποχή εκείνη,
φτώχια και πείνα και χαρά, όλα ανακατεμένα.
Μα απ' τη μνήμη μας αυτά, τίποτα δεν τα σβήνει.
Είμαστε όλα τα παιδιά φτωχά μα ευτυχισμένα.
(Ωρωπός, 20 Οκτωβρίου 2010) 


 Σάλεσι (1957)
 (Κακοσάλεσι)
Κάτω απ' τα βραχοπέτρινα φτερά της Αρμενιάς
απλώνεται σαν ζωγραφιά τρανό κεφαλοχώρι.
Τα έλατα της Πάρνηθας φορά για πανωφόρι
και το χειμώνα άγρια το δέρνει ο χιονιάς.

Κακός Αλής και τύρανος τού 'δωσε τ' όνομά του
κι η ιστορία του χωριού χάνεται στους αιώνες.
Του Αγι' Αντώνη το ναό έχει για κόσμημά του
 και οι γριούλες στις αυλές γνέθουν τις ρόκες μόνες.

Περήφανοι οι κάτοικοι για την καταγωγή τους
εργατικοί κι αγέρωχοι τη γη καλλιεργούσαν,
να ζήσουν τις φαμίλιες τους με την παραγωγή τους
και τα κοπάδια στις πλαγιές της Αρμενιάς βοσκούσαν.

Κι όταν δουλειά δεν είχανε να κάνουν στο χωράφι
ξεκίναγαν για το βουνό καβάλα στα μουλάρια,
για κούτσουρα από έλατα, ρίζες από πουρνάρια
γιατί ο χρόνος στο χωριό ποτέ δεν πάει στράφι.

Αργά τα απογέματα εκεί στα καφενεία
που ήταν γύρω στο σταθμό και πάνω στην πλατεία,
πίνανε το κρασάκι τους και λέγανε αστεία,
να ξεγελάσουν τους καημούς που φέρνει η πενία.

Χαρακωμένα πρόσωπα από τις κακουχίες
κι από του χρόνου τη Φθορά που φαίνονταν στα μάτια,
 γαλήνια κουβεντιάζανε, μάζευαν τα κομμάτια
μίας ζωής μυριόπαθης απ' τις κακοτυχίες.

Κι εμείς γυμνασιόπαιδα μικρά φτωχά ξενάκια
στο Σάλεσι πηγαίναμε να μάθουμε «δυο γράμματα».
Ήτανε δύσκολοι καιροί και δύσκολα τα πράγματα
μα βρίσκαμε τη θαλπωρή στα ντόπια τα κονάκια.

Έτσι κυλούσε η ζωή την εποχή εκείνη
εκεί στο  Σάλεσι στης Αρμενιάς τα μέρη,
κόσμος ζεστός φιλόξενος με ανοιχτό το χέρι
που στο διαβάτη ήξερε ζεστό ψωμί να δίνει.
(Νοέμβριος 1961)

(Αφιερώνεται στους αποδημήσαντες Σαλεσαίους γέροντες της εποχής εκείνης: Γιώργο Χασιώτη, Τάσο Γραίγο, Βασίλη Μαντά, Νίκο Σαμπάνη, Γιάννη Σαμπάνη, Κώτσο Ρούσση, Παντελή Θέμελη, Παντελή Δάβρη, Γιώργο Δάβρη, Γιάννη Λιάκουρη, Θανάση Λιάκουρη, Φ. Λέκα, Α. Λέκα, Γ. & Ι. Λέκα, Μ. Πατσουλέ, Αθ. Πατσουλέ, Γ. Πατσουλέ, Σπ. Δάκο, Θ. Δάκο, ι. Δάκο, Χ. Μακρή, Γ. Τσάμη, Κ. & Α.Μαγγίνα, Γ. & Σ. Ζαρογκίκα, Ταξ. & Γ. Χασιώτη, Γ. & Αρ. Σκλιά, Σ. & Χ. Σιδέρη, Σ. Χ.& Π. Μπουγέση, Φ. Λιάτη, Κ. Ροκάνης, Ι. Γρ. & Γ. Σταμολέκα, Φ. Σύρμα, Ι. Σαμπάνη, Αλ.Φίστη,Κυριακού, Καβά, Δημαντώνη, Νάνο, Μωραϊτη , Τόλια, Τσάμη, Γούβα, Ποταμιάνο, Λιάκουρη, Μακροδημήτρη, Μπερτόλη, Πετρόγιαννο, Ματζουράνη, αλλά και όσους η μνήμη μου αδυνατεί να ανακαλέσει σήμερα.)
 

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΑΡΝΑΒΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

Το Διαδραστικό Λαογραφικό Βαρνάβα Αττικής δια της προέδρου του κυρίας Μηλέας Παππά και στα πλαίσια συνεργασίας μας, ενημέρωσε και προσκάλεσε τον Σύλλογό μας στην Έκθεση του Μουσείου με τίτλο ''το ταξίδι του αυγού''. Η έκθεση πραγματοποιείται με αφορμή την περίοδο που διανύουμε προς το Πάσχα και θα διαρκέσει από τις 15/4 έως 21/4. Με την σειρά μας ο Σύλλογός μας ενημερώνει όλους τους κατοίκους του Αυλώνα, προκειμένου να επισκεφθούν την ενδιαφέρουσα έκθεση στον γειτονικό Βαρνάβα. Το διαδραστικό Λαογραφικό Μουσείο Βαρνάβα είναι ένα πολυσχιδές ''ζωντανό'' Μουσείο το οποίο επισκέπτονται 40.000 άτομα κάθε χρόνο. Mακάρι να δούμε σύντομα και στο Μουσείο Ζυγομαλά στον Αυλώνα, διαδραστικές πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Αυλώνας 10-4-2011
Η Διοικούσα Επιτροπή


Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΠΕΖΟΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ





Ο ΑΥΛΩΝΑΣ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ

Στις 17 Απριλίου 2011, Κυριακή των Βαϊων, ο Σύλλογός μας διοργανώνει πεζοπορική εκδρομή. Η προσυγκέντρωση θα γίνει στην Μεγάλη Βρύση στις 11.00 το πρωϊ. Η περιοχή για την διαδρομή έχει επιλεγεί ειδικά, γιατί γύρω από την Μεγάλη Βρύση και την περιοχή του Αι-Γιώργη συστήθηκε ο πρώτος προεπαναστατικός οικισμός που αποτέλεσε τον πυρήνα του σημερινού χωριού του Αυλώνα. Ο κοντινός περίπατος θα ξεκινήσει προς το εξωκκλήσι του Αι-Γιώργη  και θα συνεχίσει στο μονοπάτι της ΕΥΔΑΠ. Επιστρέφοντας στον Αι-Γιώργη θα ακολουθήσει μικρή εκδήλωση, αναφορά στην  ιστορία του εξωκκλησιού και στην γύρω περιοχή καθώς και δημιουργική γενική συζήτηση με ανταλλαγή απόψεων για θέματα που αφορούν το χωριό και τις δραστηριότητες του Συλλόγου. Καλούνται όλοι οι κάτοικοι του Αυλώνα να συμμετέχουν στον περίπατο και την εκδήλωση που αφορά τον τόπο μας.

Αυλώνας 3-4-2011
Η Διοικούσα Επιτροπή

ΤΟ ΚΟΥΛΟΥΡΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ





Το γαμπριάτικο κουλούρι του γάμου στον Αυλώνα είναι το πιό επίσημο από όλα τα κουλούρια. Στον αρραβώνα το κεντρικό στεφάνι του κουλουριού παρέμενε ανοιχτό γιατί έπρεπε να ακολουθήσει ο γάμος. Στον γάμο όμως έκλεινε το στεφάνι του κουλουριού, όπως έκλεινε και ο κύκλος των μυστηρίων και τελετών που προηγούνταν του γάμου. Γύρω-γύρω στο τελείωμα του κουλουριού, τα ζυμαρένια σχέδια που σχηματίζουν οκτάρια είναι πανάρχαια σύμβολα αποτρεπτικά του κακού, το οποίο πάσχιζαν με κάθε συμβολικό τρόπο να εξοστρακίσουν όταν έφτανε η ώρα του γάμου.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Η ''ΤΡΑΝΗ'' ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΗΤΤΑΚΗ



Σπάνια ανέκδοτη φωτογραφία της Γεωργίας Μηττάκη στον Αυλώνα,
 σε νεαρή ηλικία, προσφορά του κου Φίλιππου Γ.Σιδέρη



 


Το σπίτι που γεννήθηκε, μεγάλωσε και άφησε την τελευταία της πνοή η Γεωργία Μηττάκη στον Αυλώνα, σώζεται ακόμη και σήμερα.

 Η Γεωργία Μηττάκη γεννήθηκε το 1911 στον Αυλώνα Αττικής, στη περιοχή Λιεμούσι. Ήταν κόρη του Ευάγγελου Κουρουμπέτση και της Όλγας Φίστη. Τους πρώτους σκοπούς, τους τραγούδησε μικρό κορίτσι στις πλαγιές της Βένιζας και του Άι-Γιώργη, όπου εργαζόταν σαν όλα τα παιδιά της εποχής, για να βοηθήσει την οικογένειά της. Mεγάλη επιρροή  άσκησε επάνω της ο Γεώργιος Σαμπάνης (Λεμπέσης) ένας καλλιεργημένος άνθρωπος της εποχής, απόφοιτος του Σχολαρχείου και καλλίφωνος ψάλτης στο Ναό του Αγίου Δημητρίου που της δίδαξε και βασικά πράγματα πάνω στο δημοτικό τραγούδι και την βυζαντινή μουσική, τον οποίο η Μηττάκη, θυμόταν και τιμούσε πάντοτε όταν επέστρεφε στον Αυλώνα.
 Το 1929 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα στη συνοικία Ψυρρή, το 1934 παντρεύεται τον Γεώργιο Μηττάκη, από την Κρήτη, παίρνει το επίθετό του και αρχίζει την λαμπρή καριέρα της σαν τραγουδίστρια που κράτησε για 30 ολόκληρα χρόνια. Σαν χαρακτήρας ήταν ανοιχτόκαρδη, εύθυμος άνθρωπος που της άρεσε η διασκέδαση, η καλή παρέα, ισχυρά δεμένη με την οικογένεια και τους συγγενείς της, δυναμική και πεισματάρα, παίρνοντας τη ζωή της στα χέρια της, προσόν σπάνιο για γυναίκα της εποχής της. 
 Tραγούδησε και μεσουράνησε για παρά πολλά χρόνια σε κέντρα παραδοσιακής μουσικής στην Αθήνα και κυρίως στο ιστορικό πλέον κέντρο παραδοσιακής μουσικής ''Ο ΕΛΑΤΟΣ'' που βρίσκεται στην Αθήνα, πλατεία Λαυρίου, κάτω απο την Ομόνοια, πλαισιωμένη από πλειάδα διάσημων τραγουδιστών και οργανοπαικτών όπως ο Νίκος Καρακώστας, ο Κώστας Γιαούζος, ο Ανεστόπουλος, ο Γιάννης Κούπας κ.ά. 
 O ιδιοκτήτης του ΕΛΑΤΟΥ, κος Κώστας Κούρτης, το 1994, σε συνέντευξή του στο περιοδικό ''πάλκο'' και σε ερώτηση του δημοσιογράφου του περιοδικού, ''ποιούς καλλιτέχνες από αυτούς που τραγούδησαν στο παραπάνω μαγαζί συμπαθούσατε περισσότερο'' ανέφερε:''Iδιαίτερα συμπαθούσα την Γεωργία Μηττάκη, που την θεωρώ τη μεγαλύτερη τραγουδίστρια του είδους. Ήταν μεγάλη καλλιτέχνης και υπέροχος άνθρωπος''. Η Γεωργία τραγούδησε κυρίως δημοτικά τραγούδια αλλά έκανε ένα ''πέρασμα'' κι από Σμυρναίϊκα και Ρεμπέτικα τραγούδια των συνθετών Σπύρου Περιστέρη, Στέλιου Παντελίδη, Κώστα Σκαρβέλη, Παναγιώτη Τούντα και άλλων συνθετών της δεκαετίας του 1930.  Χαρακτηριστικό είναι ότι τραγούδησε το πρώτο τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Σ’ ένα τεκέ μπουκάρανε». Στο τραγούδι αυτό ο Τσιτσάνης αφιερώνει στην Γεωργία Μηττάκη ένα στίχο, που η ίδια τραγουδάει: ''...και η Γεωργία η τρανή με κέφι και μεράκι, σαμπαχαδάκι έλεγε με φίνο μπουζουκάκι...'' ενώ παρακάτω στο ίδιο τραγούδι, ο Τσιτσάνης της φωνάζει: ''γειά σου Γεωργία μερακλού!!''. Το τραγούδι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των τεράστιων δυνατοτήτων της φωνής της Μηττάκη, το μπρος-πίσω της φωνής της, σα να την στέλνει πίσω, μέσα στο λαρύγγι και αμέσως να την ξαναφέρνει μπροστά. Το είδος τραγουδιού στο οποίο διακρίθηκε ήταν το δημοτικό της Στερεάς Ελλάδας, το οποίο και λάτρευε αφού ήταν συνδεδεμένο με τον Αυλώνα, τον τόπο καταγωγής της. Μεγάλη της επιτυχία ήταν το καλαματιανό "Μου παρήγγγειλε το αηδόνι'', το ηρωϊκό ''γριά Τζαβέλαινα'' κ.α. που έχουν κάνει το γύρο της Ελλάδας.
 Στην αρχή της δεκαετίας του 50 πραγματοποιεί ταξίδι στην Αίγυπτο και στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με αρχές του 1960 πραγματοποιεί δύο ταξίδια στην Αμερική, όπου και αποθεώνεται από τους Έλληνες ομογενείς.  Την ίδια επίσης περίοδο πραγματοποιεί μερικές ενδιαφέρουσες ηχογραφήσεις επίσης στην Αμερική. Στον Αυλώνα είχε τραγουδήσει στο πανηγύρι της Αγίας Τριάδας στο κέντρο ''Ο Κουλουφάκος'' που ανήκε στον Γιώργο Πατσουλέ. Οι παλιότεροι Αυλωνίτες, σύγχρονοί της, την αποθέωναν με την φράση "γειά σου Γούλια!!!''. Το 1965 κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις πριν αποσυρθεί για λόγους υγείας. 
 Η Γεωργία Μηττάκη άφησε την τελευταία της πνοή στο πατρικό της που σώζεται ακόμη, στον Αυλώνα στις 28 Φεβρουαρίου 1977, η εξόδιος ακολουθία εψάλλη στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αντωνίου, στις 1-3-1977, και η ταφή της έγινε την ίδια ημέρα, στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών μετά από επιθυμία της κόρης της, η οποία κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα. Η Γεωργία Μηττάκη υπήρξε η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ιέρεια του δημοτικού τραγουδιού της Ελλάδας, το οποίο διακόνησε με συνέπεια και αφοσίωση, έχοντας σπάνια προσόντα υψίφωνου και απεριόριστες φωνητικές δυνατότητες, οι οποίες δυστυχώς μέχρι σήμερα παραμένουν αναντικατάστατες. Στο βιβλίο του Γιάννη Χαρ. Μητρόπουλου ΄΄Οι Μεγάλοι του Δημοτικού Τραγουδιού΄΄(1996), αναφέρονται κατά λέξη τα παρακάτω: ''Η  Γεωργία Μηττάκη ήταν γεννημένη αποκλειστικά για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Δεν της έμοιαζε καμία, ούτε ξανά βγήκε τέτοια ακέραιη βυζαντινή φωνή".






                           (σ΄ ένα τεκέ μπουκάρανε)


                             (Παιδιά γιατί είστε ανάλλαγα)


(Στο 7:40' στο βίντεο από την ταινία Αστέρω το 1959, τραγουδάει η Γεωργία Μηττάκη το τραγούδι ''απόψε μαυρομάτα μου'')