Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΙΚΑΚΗΣ

«Ακούσιοι Δραπέτες» είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Γκικάκη την οποία υπογράφει  ποιητικά σαν Άρης  Ρωμανός. Το απόγευμα της Κυριακής 10 Απριλίου 2011 έγινε η παρουσίαση του βιβλίου στο κέντρο «Αλώνι» στον Ωρωπό. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από κατοίκους της ευρύτερης περιοχής και φίλους, όπως ανέφερε  ο ποιητής,  και μέσα στους φίλους ήταν πολλοί συντοπίτες μας, συμμαθητές του από το Γυμνάσιο του Αυλώνα  και συνάδελφοι του από την Αεροπορία. Με μεγάλη συγκίνηση υποδέχθηκαν οι Αυλωνίτες αυτή την ποιητική συλλογή,  γιατί ο Γιάννης Γκικάκης έχει συμπεριλάβει σ’ αυτήν, τρία ποιήματα  για το Σάλεσι, και μας ξετυλίγει εικόνες από την δύσκολη εκείνη εποχή της δεκαετίας ’50-‘60  και την εφηβική του ηλικία.
'' Η βραδιά απόψε είναι αφιερωμένη στον Αυλώνα!'' ανέφερε ο ποιητής  προς τον Σύλλογο Αυλωνιτών «ΤΟ ΣΑΛΕΣΙ», ο οποίος προσκλήθηκε και συμμετείχε στην εκδήλωση με εκπροσώπους και μέλη του. Ο ποιητής μετά από αίτημα της Γραμματέως του Συλλόγου υπέγραψε με σεμνότητα το βιβλίο με την ποιητική του συλλογή, το οποίο θα κοσμήσει την βιβλιοθήκη του Συλλόγου. Εκτός από τον ποιητή και τη συλλογή του, ξαναζωντάνεψαν οι μνήμες για τους μαθητές της δεκαετίας ’50-’60  του Γυμνασίου Αυλώνα, όταν υποδέχθηκαν τις αγαπημένες τους καθηγήτριες, Πηνελόπη και Άρτεμι Στασινοπούλου που παραβρέθηκαν στην εκδήλωση και προλόγισαν το έργο του ποιητή.   
Την  εκδήλωση έκλεισαν δύο ομιλητές  από τον Αυλώνα και μέλη του Συλλόγου μας, οι οποίοι ανέβασαν στο ζενίθ την ήδη φορτισμένη συγκινησιακά ατμόσφαιρα: 
1)Ο Αντιπρόεδρος του Συλλόγου κος Ν.Οικονομίδης, ο οποίος απηύθυνε  χαιρετισμό εκ μέρους της  Διοικούσας Επιτροπής και ανακοίνωσε ότι ο Σύλλογος με ομόφωνη απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, θα ανακηρύξει επίτιμο μέλος  του Συλλόγου μας  τον Γιάννη Γκικάκη για την προσφορά και την αγάπη του στον Αυλώνα.
2)Η κα Σαμπάνη Γιούλα, η οποία απήγγειλε ένα δικό της ποίημα που έγραψε προς τιμή της καθηγήτριας της, κας Στασινοπούλου Αρτέμιδος.


Η πρεσβυτέρα Ευαγγελία Βόγκλη-Χρυσούλα, ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου μας, παρέστη στην εκδήλωση για τον Γιάννη Γκικάκη και συγκινημένη απέστειλε μετά την εκδήλωση, την παρακάτω ανοιχτή ευχαριστήρια επιστολή:

                                      Προς τον κο Γιάννη Γκικάκη
                                   Ευχαριστήρια  ανοιχτή επιστολή

Την  Κυριακή 10/04/2011  μαζί με πολλούς άλλους Αυλωνίτες, βρεθήκαμε στον Ωρωπό, στην παρουσίαση των ποιημάτων «Ακούσιοι Δραπέτες» του  Γιάννη Γκικάκη. Είμαστε οι περισσότεροι  μαθητές του Γυμνασίου Αυλώνα των δεκαετιών ’50-’60 στο οίκημα του Βαγγέλη και της Τσίας Σαμπάνη. Κύριε Γκικάκη, ένα δημοτικό  τραγούδι λέει : «να ‘σαν τα νιάτα δυο φορές». Εσείς κύριε Γκικάκη κατορθώσατε το ακατόρθωτο. Μας γυρίσατε 50 χρόνια πίσω, μας γυρίσατε μέσα στις αίθουσες του σχολείου μας.  Είδαμε  πάλι τους παλιούς συμμαθητές μας, όπως ήτανε τότε, είδαμε πάλι τους καθηγητές μας να μας διδάσκουν και να μας γαλουχούν με τα νάματα που πρέπει  να γαλουχηθούν όλοι οι πραγματικοί Έλληνες. Η συγκίνηση και ο ενθουσιασμός όλων ήταν τόση , που δεν μπορώ παρά  να σας ευχαριστήσω  και δημόσια γι΄ αυτή την  χαρά που μας χαρίσατε, αλλά και για το υπέροχο βιβλίο που μας στηρίζει, μας θυμίζει και μας παρηγορεί, γιατί βλέπουμε πως δεν χαθήκανε όλα.   «Μικρά ζύμη όλον το φύραμα ζυμεί». Κύριε Γκικάκη   είστε πραγματικός Έλληνας. 
 Σας θαυμάζω και σας ευχαριστώ.
Πρ.Ευαγγελία Βόγκλη-Χρυσούλα




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ  ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  ΓΚΙΚΑΚΗ

Ο Γιάννης Γκικάκης  γεννήθηκε στον Ωρωπό  το 1941. Μέχρι το 1961 έζησε στον Ωρωπό. Φοίτησε στο νεοσύστατο τότε Γυμνάσιο του Αυλώνα  και στη συνέχεια πέρασε στην ΣΤΥΑ . Σήμερα είναι απόστρατος αξιωματικός της αεροπορίας και ζει πλέον μόνιμα στον Ωρωπό με την οικογένειά του. Με την λογοτεχνία ασχολήθηκε περιστασιακά από τα παιδικά του χρόνια. Δύο παιδικά του ποιήματα δημοσιευτήκαν το 1953-1954 στην «Διάπλαση των Παίδων». 
Το 1962-65 συνεργάζεται με το «Φως των Σπορ»   όπου πέρα από το αθλητικό ρεπορτάζ γράφει και  «Τα Έμμετρα Πορτραίτα των 'Ασσων» σε δική του στήλη  με το ψευδώνυμο «Άρης Ρωμανός». 
Το 1963 έγραψε το μοναδικό θεατρικό του έργο «Στη Σκιά της Αγχόνης» για της ανάγκες της θεατρικής ομάδας του «Αγροτικού και Μορφωτικού Συλλόγου του Ωρωπού».
Το 1965-68 γράφει στην «Εθνική Φωνή» των Χανίων. Κάποια ποιήματά του μελοποιήθηκαν και κυκλοφόρησαν  το 1968-69 σε δίσκους από την AMI RECORDS, με τους AIR BOYS.
Έχει γράψει μέχρι σήμερα τρία βιβλία  :  
α)«Η Ιστορία του Ωρωπού»

β)«Η Ιστορία του Ποδοσφαίρου του Ωρωπού»
γ) «Ακούσιοι Δραπέτες». 
Ποιήματα και διηγήματα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά κατά καιρούς.




Παρακάτω δημοσιεύονται δύο ποιήματα του Γιάννη Γκικάκη αφιερωμένα στο Σάλεσι των μαθητικών του χρόνων.

 Το μονοπάτι
(Γυμνάσιο Σάλεσι 1956)
Ξεκίναγαν πουρνό-πουρνό πολύ πριν να χαράξει, 
πριν  να λαλήσει πετεινός, τα γίδια πριν σκαρίσουν
στο Σάλεσι να φτάσουνε να μπούνε μες την τάξη
πριν το κουδούνι ακουστεί κι οι αίθουσες γεμίσουν.

 Μέσα στον ύπνο το βαθύ τους σκούνταγε η μάνα.
 «Ξύπνα παιδί μου, ξύπνησε καλό μου παλικάρι.
σου 'φτιαξα τσάι του βουνού μαζί με ματζουράνα.
Ξύπνα γιατί θα ματαρθεί ο ύπνος να σε πάρει.»

«Ξύπνα και θα 'ρθουν τα παιδιά. Να μη σε περιμένουν.
Σου έβαλα λίγο ψωμί κι ελιές μέσα στη σάκα.
Σήκω βλαστάρι μου γλυκό, λίγα λεπτά σου μένουν,
σε λίγο τ' άλλα τα παιδιά θαν' στη μεγάλη λάκα.»     

Πονούσε η μάνα η καψερή που ξύπναγε το γιό της
μες στα βαθιά μεσάνυχτα πού 'ναι γλυκός ο ύπνος.
Έβαζε γλύκα στη φωνή μαζί και παρακάλια
κι απέξω στα λιθαριακά 'λυχτούσαν τα τσακάλια. 
 
Γύριζε ο γιος της το πλευρό, ύπνο για να ξεκλέψει,
μες στις πονόβες τις ζεστές λίγο να χουχουλιάσει.
Μα έπρεπε να σηκωθεί, τη σάκα να μαζέψει
και τα παιδιά που έρχονταν, στο δρόμο να προφτάσει.

Κι η μάνα γλυκομίλητη του χάιδευε το κεφάλι
και του ψιθύριζε γλυκά, να μη τονε ταράξει.
«Σήκω καρδούλα μου γλυκιά, σήκω να πιεις το τσάι.
Σου 'χω και δυο Kαψαλιαστές γεμάτες πετιμέζι.»

Σαλτάρει ο γιος της βιαστικός, «στο πόδι τρώει και πίνει.
Φτιάχνει τη σάκα με σπουδή και ο βοριάς σφυρίζει.
Ξοπίσω τρέχει η μάνα του και κάτι τι του δίνει.
«Πάρε την κάπα του παππού άρχισε να χιονίζει.»

Εκεί στη διασταύρωση τρία παιδιά ανταμώνουν.
Παίρνουν το δρόμο βιαστικά, παίρνουν την ανηφόρα.
Ειν' ο Λωνίδας ο μικρός κι ο Γιάννης του 'Δυσσέα
 του Κοροβέση ο Κωστής που όλο μετράει την ώρα.

Σε λίγο φτάνουν στα ψηλά, στ' Αϊ Γιώργη τις στροφούλες.
Το καντηλάκι του θωρούν και κάνουν το σταυρό τους.
Μέσα στο μαυροσκόταδο μερεύουν οι καρδούλες.
Ψιθυριστά λεν προσευχή στον άγιο το δικό τους.

Λίγο μετά απ' τη στροφή μπαίνουν στο μονοπάτι.
Το μονοπάτι που 'βγαζε στις Αρμενιάς τους βράχους
Που έβγαζε στο Σάλεσι, 'σα που 'φτανε το μάτι.
Δυο ώρες δρόμος μοναξιάς, γιομάτος από δράκους.

Και ήταν μισή οργιά στενό, σε σκίνα και σε πεύκα
που φτάνανε ψηλόκορφα στον ουρανό απάνω.
Και δεν φαινόταν ουρανός και τη νυχτιά Φεγγάρι
και που σκιαζόνταν τα παιδιά η λάμια μη τα πάρει.

Μα τούτο το ξημέρωμα δεν είχε βγει Φεγγάρι. 
Το χιόνι έπεφτε πυκνό κι όλα λευκά ντυμένα.
Απόψε δεν θα τόλμαγε κανένα παλικάρι,
μα τα παιδιά συνέχιζαν να Φτάσουν τα καημένα.

Τριζοβολούσε με θυμό στο πάτημα το χιόνι
από τα τρυπιοπάπουτσα -της ΟΥΝΤΡΑΣ- που φορούσαν,
Το χιόνι γέμιζε πυκνό των παπουτσιών τα μπόσκα,
μα τα παιδιά συνέχιζαν. Να Φτάσουνε ποθούσαν.

Σκούπιζαν απ' τα τσίνορα το χιόνι που κολλούσε,
το δρόμο να μη χάσουνε, στο δάσος μη χαθούνε
και το καθένα έσφιγγε τα δόντια όσο μπορούσε .
Τρέμανε τα τσαούλια τους και «ψάχναν» να τα βρούνε.

Τις πατατούκες σήκωναν πάνω απ' το κεφάλι,
να το κρατήσουνε ζεστό, μα και στεγνό συνάμα.
Τα ξωτικά να διώξουνε και να θαρρέψουν πάλι, 
Φωνές του Φόβου έβγαζαν μα και τραγούδια αντάμα.

Μα κάπου εκεί στο διάσελο λίγο αναθαρρήσαν.
Εκεί Ψηλά απέναντι φανήκανε δυο φώτα.
'Ηταν εκεί το Σάλεσι και του σχολειού η πόρτα.
Ανάσα πήρανε βαθιά, 'σα κάτω ροβολλήσαν.

Πέρα από τα βλάχικα ακούστηκαν κοκόρια,
 μα κι αλυχτήματα σκυλιών και κοπαδιών τροκάνια.
Τώρα ήταν κατήφορος, βγάλαν φτερά τα πόδια.
Λίγο πιο κει μουγγάνιζαν του Λιάκουρη τα βόδια.

Στου Βουργενιού το πέρασμα που ήταν Φουσκωμένος,
βουλιάξανε τα πόδια τους μες σε νερό και λάσπη
και ο Λωνίδας ο μικρός κόλλησε ο καημένος.
Μα μονομιάς τον τράβηξαν με δύναμη οι άλλοι.

Μ' όσες δυνάμεις έμεναν, συνέχισαν το δρόμο,
λιπόσαρκα λιανά κορμιά, της κατοχής η γέννα
μα σήκωναν τα όνειρα στον παιδικό τους ώμο.
Είχαν στομάχι μια σταλιά και μια καρδιά ένα στρέμμα.

Μπήκαν στην άκρη του χωριού κι άρχιζε να χαράζει.
Ήταν μπούζι τα πόδια τους, τα μάγουλα αναμμένα.
Τραγούδι πιάσαν χαρωπό κι ο κόσμος τους κοιτάζει,
πίσω απ' τα τζάμια τα θολά με άχνα γεμισμένα

Και φτάσανε στη πέτρινη αυλή του Γυμνασίου.
Έξω η θεια Τσία τάιζε με σκύβαλα τις κότες.
Ο κυρ' Βαγγέλης έριχνε άχυρο στα μουλάρια
κι οι μαθητές εβγήκανε, φωνάζοντας, στις πόρτες.

Πλύναν τα λασποπάπουτσα πριν μπούνε μες στην τάξη,
μες στις κουρούτες της αυλής που πότιζαν τις γίδες.
Τίναξαν το σακάκι τους στην αίθουσα μη στάξει
και μπήκανε καμαρωτοί που πρόλαβαν τις γκρίνιες.

Πήρε το απουσιολόγιο του Πατσουλέ η Βούλα.
«Παρόντες» εσημείωσε κι ήταν φχαριστημένη.
Μα και τα άλλα τα παιδιά χαρούμενα φωνάζαν
«καλώς τους, τους εξ Ωρωπού, κι ας είναι παγωμένοι ».

Κι ήταν ο Κώτσος Σακαής κι ο Γιώργος Μητσιγάτσης,
ήταν κι ο Τάκης Κυριακού κι ο Δάβρης ο Μανώλης,
ήταν κι ο Γιώργος ο Λαδάς κι ο Παπαθεοφάνους
και ο Σωτήρης ο Μαντάς κι ο Νίκος Δημαντώνης.

Μα και η Σούλα η όμορφη με τις πυκνές τις μπούκλες,
Του Ζαρογκίκα η Δήμητρα και η Παπά κι η Σύρμα
κι η Βασιλά η Αγγελική κι απ 'το Χαλκούτσι ο Δάβρης .
Ήταν κι απ' το Συκάμινο του Μαλακού ο Βασίλης.

Ήτανε και ο Νέστορας απ' τη Μαυροσουβάλα,
που πήγαινε ως το σταθμό στο δίκυκλο καβάλα.
Βασίλη τον ελέγανε, του Παπαβασιλείου,
που όλο πλάκες έκανε την ώρα του σχολείου.

Και ξάφνου όλοι σώπασαν. Κάθησαν στα θρανία.
Η αίθουσα εγλύκανε η Αρτεμις σαν μπήκε,
που στο δικό της μάθημα δεν νιώθανε ανία
κι η τάξη εζεστάθηκε και το ρυθμό της βρήκε.

Την άλλη ώρα μάθημα με την κυρία Πόπη
που αρχαία μας εδίδασκε με ζήλο και αγάπη.
Και 'κει μετά τα δύσκολα, άλγεβρα με Σαράφη
κι ο γυμναστής Γορδοβανάς που έμενε στο ράφι.

Έτσι ήτανε τα πράγματα την εποχή εκείνη,
φτώχια και πείνα και χαρά, όλα ανακατεμένα.
Μα απ' τη μνήμη μας αυτά, τίποτα δεν τα σβήνει.
Είμαστε όλα τα παιδιά φτωχά μα ευτυχισμένα.
(Ωρωπός, 20 Οκτωβρίου 2010) 


 Σάλεσι (1957)
 (Κακοσάλεσι)
Κάτω απ' τα βραχοπέτρινα φτερά της Αρμενιάς
απλώνεται σαν ζωγραφιά τρανό κεφαλοχώρι.
Τα έλατα της Πάρνηθας φορά για πανωφόρι
και το χειμώνα άγρια το δέρνει ο χιονιάς.

Κακός Αλής και τύρανος τού 'δωσε τ' όνομά του
κι η ιστορία του χωριού χάνεται στους αιώνες.
Του Αγι' Αντώνη το ναό έχει για κόσμημά του
 και οι γριούλες στις αυλές γνέθουν τις ρόκες μόνες.

Περήφανοι οι κάτοικοι για την καταγωγή τους
εργατικοί κι αγέρωχοι τη γη καλλιεργούσαν,
να ζήσουν τις φαμίλιες τους με την παραγωγή τους
και τα κοπάδια στις πλαγιές της Αρμενιάς βοσκούσαν.

Κι όταν δουλειά δεν είχανε να κάνουν στο χωράφι
ξεκίναγαν για το βουνό καβάλα στα μουλάρια,
για κούτσουρα από έλατα, ρίζες από πουρνάρια
γιατί ο χρόνος στο χωριό ποτέ δεν πάει στράφι.

Αργά τα απογέματα εκεί στα καφενεία
που ήταν γύρω στο σταθμό και πάνω στην πλατεία,
πίνανε το κρασάκι τους και λέγανε αστεία,
να ξεγελάσουν τους καημούς που φέρνει η πενία.

Χαρακωμένα πρόσωπα από τις κακουχίες
κι από του χρόνου τη Φθορά που φαίνονταν στα μάτια,
 γαλήνια κουβεντιάζανε, μάζευαν τα κομμάτια
μίας ζωής μυριόπαθης απ' τις κακοτυχίες.

Κι εμείς γυμνασιόπαιδα μικρά φτωχά ξενάκια
στο Σάλεσι πηγαίναμε να μάθουμε «δυο γράμματα».
Ήτανε δύσκολοι καιροί και δύσκολα τα πράγματα
μα βρίσκαμε τη θαλπωρή στα ντόπια τα κονάκια.

Έτσι κυλούσε η ζωή την εποχή εκείνη
εκεί στο  Σάλεσι στης Αρμενιάς τα μέρη,
κόσμος ζεστός φιλόξενος με ανοιχτό το χέρι
που στο διαβάτη ήξερε ζεστό ψωμί να δίνει.
(Νοέμβριος 1961)

(Αφιερώνεται στους αποδημήσαντες Σαλεσαίους γέροντες της εποχής εκείνης: Γιώργο Χασιώτη, Τάσο Γραίγο, Βασίλη Μαντά, Νίκο Σαμπάνη, Γιάννη Σαμπάνη, Κώτσο Ρούσση, Παντελή Θέμελη, Παντελή Δάβρη, Γιώργο Δάβρη, Γιάννη Λιάκουρη, Θανάση Λιάκουρη, Φ. Λέκα, Α. Λέκα, Γ. & Ι. Λέκα, Μ. Πατσουλέ, Αθ. Πατσουλέ, Γ. Πατσουλέ, Σπ. Δάκο, Θ. Δάκο, ι. Δάκο, Χ. Μακρή, Γ. Τσάμη, Κ. & Α.Μαγγίνα, Γ. & Σ. Ζαρογκίκα, Ταξ. & Γ. Χασιώτη, Γ. & Αρ. Σκλιά, Σ. & Χ. Σιδέρη, Σ. Χ.& Π. Μπουγέση, Φ. Λιάτη, Κ. Ροκάνης, Ι. Γρ. & Γ. Σταμολέκα, Φ. Σύρμα, Ι. Σαμπάνη, Αλ.Φίστη,Κυριακού, Καβά, Δημαντώνη, Νάνο, Μωραϊτη , Τόλια, Τσάμη, Γούβα, Ποταμιάνο, Λιάκουρη, Μακροδημήτρη, Μπερτόλη, Πετρόγιαννο, Ματζουράνη, αλλά και όσους η μνήμη μου αδυνατεί να ανακαλέσει σήμερα.)
 

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΑΡΝΑΒΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

Το Διαδραστικό Λαογραφικό Βαρνάβα Αττικής δια της προέδρου του κυρίας Μηλέας Παππά και στα πλαίσια συνεργασίας μας, ενημέρωσε και προσκάλεσε τον Σύλλογό μας στην Έκθεση του Μουσείου με τίτλο ''το ταξίδι του αυγού''. Η έκθεση πραγματοποιείται με αφορμή την περίοδο που διανύουμε προς το Πάσχα και θα διαρκέσει από τις 15/4 έως 21/4. Με την σειρά μας ο Σύλλογός μας ενημερώνει όλους τους κατοίκους του Αυλώνα, προκειμένου να επισκεφθούν την ενδιαφέρουσα έκθεση στον γειτονικό Βαρνάβα. Το διαδραστικό Λαογραφικό Μουσείο Βαρνάβα είναι ένα πολυσχιδές ''ζωντανό'' Μουσείο το οποίο επισκέπτονται 40.000 άτομα κάθε χρόνο. Mακάρι να δούμε σύντομα και στο Μουσείο Ζυγομαλά στον Αυλώνα, διαδραστικές πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Αυλώνας 10-4-2011
Η Διοικούσα Επιτροπή


Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΠΕΖΟΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ





Ο ΑΥΛΩΝΑΣ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ

Στις 17 Απριλίου 2011, Κυριακή των Βαϊων, ο Σύλλογός μας διοργανώνει πεζοπορική εκδρομή. Η προσυγκέντρωση θα γίνει στην Μεγάλη Βρύση στις 11.00 το πρωϊ. Η περιοχή για την διαδρομή έχει επιλεγεί ειδικά, γιατί γύρω από την Μεγάλη Βρύση και την περιοχή του Αι-Γιώργη συστήθηκε ο πρώτος προεπαναστατικός οικισμός που αποτέλεσε τον πυρήνα του σημερινού χωριού του Αυλώνα. Ο κοντινός περίπατος θα ξεκινήσει προς το εξωκκλήσι του Αι-Γιώργη  και θα συνεχίσει στο μονοπάτι της ΕΥΔΑΠ. Επιστρέφοντας στον Αι-Γιώργη θα ακολουθήσει μικρή εκδήλωση, αναφορά στην  ιστορία του εξωκκλησιού και στην γύρω περιοχή καθώς και δημιουργική γενική συζήτηση με ανταλλαγή απόψεων για θέματα που αφορούν το χωριό και τις δραστηριότητες του Συλλόγου. Καλούνται όλοι οι κάτοικοι του Αυλώνα να συμμετέχουν στον περίπατο και την εκδήλωση που αφορά τον τόπο μας.

Αυλώνας 3-4-2011
Η Διοικούσα Επιτροπή

ΤΟ ΚΟΥΛΟΥΡΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ





Το γαμπριάτικο κουλούρι του γάμου στον Αυλώνα είναι το πιό επίσημο από όλα τα κουλούρια. Στον αρραβώνα το κεντρικό στεφάνι του κουλουριού παρέμενε ανοιχτό γιατί έπρεπε να ακολουθήσει ο γάμος. Στον γάμο όμως έκλεινε το στεφάνι του κουλουριού, όπως έκλεινε και ο κύκλος των μυστηρίων και τελετών που προηγούνταν του γάμου. Γύρω-γύρω στο τελείωμα του κουλουριού, τα ζυμαρένια σχέδια που σχηματίζουν οκτάρια είναι πανάρχαια σύμβολα αποτρεπτικά του κακού, το οποίο πάσχιζαν με κάθε συμβολικό τρόπο να εξοστρακίσουν όταν έφτανε η ώρα του γάμου.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Η ''ΤΡΑΝΗ'' ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΗΤΤΑΚΗ



Σπάνια ανέκδοτη φωτογραφία της Γεωργίας Μηττάκη στον Αυλώνα,
 σε νεαρή ηλικία, προσφορά του κου Φίλιππου Γ.Σιδέρη



 


Το σπίτι που γεννήθηκε, μεγάλωσε και άφησε την τελευταία της πνοή η Γεωργία Μηττάκη στον Αυλώνα, σώζεται ακόμη και σήμερα.

 Η Γεωργία Μηττάκη γεννήθηκε το 1911 στον Αυλώνα Αττικής, στη περιοχή Λιεμούσι. Ήταν κόρη του Ευάγγελου Κουρουμπέτση και της Όλγας Φίστη. Τους πρώτους σκοπούς, τους τραγούδησε μικρό κορίτσι στις πλαγιές της Βένιζας και του Άι-Γιώργη, όπου εργαζόταν σαν όλα τα παιδιά της εποχής, για να βοηθήσει την οικογένειά της. Mεγάλη επιρροή  άσκησε επάνω της ο Γεώργιος Σαμπάνης (Λεμπέσης) ένας καλλιεργημένος άνθρωπος της εποχής, απόφοιτος του Σχολαρχείου και καλλίφωνος ψάλτης στο Ναό του Αγίου Δημητρίου που της δίδαξε και βασικά πράγματα πάνω στο δημοτικό τραγούδι και την βυζαντινή μουσική, τον οποίο η Μηττάκη, θυμόταν και τιμούσε πάντοτε όταν επέστρεφε στον Αυλώνα.
 Το 1929 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα στη συνοικία Ψυρρή, το 1934 παντρεύεται τον Γεώργιο Μηττάκη, από την Κρήτη, παίρνει το επίθετό του και αρχίζει την λαμπρή καριέρα της σαν τραγουδίστρια που κράτησε για 30 ολόκληρα χρόνια. Σαν χαρακτήρας ήταν ανοιχτόκαρδη, εύθυμος άνθρωπος που της άρεσε η διασκέδαση, η καλή παρέα, ισχυρά δεμένη με την οικογένεια και τους συγγενείς της, δυναμική και πεισματάρα, παίρνοντας τη ζωή της στα χέρια της, προσόν σπάνιο για γυναίκα της εποχής της. 
 Tραγούδησε και μεσουράνησε για παρά πολλά χρόνια σε κέντρα παραδοσιακής μουσικής στην Αθήνα και κυρίως στο ιστορικό πλέον κέντρο παραδοσιακής μουσικής ''Ο ΕΛΑΤΟΣ'' που βρίσκεται στην Αθήνα, πλατεία Λαυρίου, κάτω απο την Ομόνοια, πλαισιωμένη από πλειάδα διάσημων τραγουδιστών και οργανοπαικτών όπως ο Νίκος Καρακώστας, ο Κώστας Γιαούζος, ο Ανεστόπουλος, ο Γιάννης Κούπας κ.ά. 
 O ιδιοκτήτης του ΕΛΑΤΟΥ, κος Κώστας Κούρτης, το 1994, σε συνέντευξή του στο περιοδικό ''πάλκο'' και σε ερώτηση του δημοσιογράφου του περιοδικού, ''ποιούς καλλιτέχνες από αυτούς που τραγούδησαν στο παραπάνω μαγαζί συμπαθούσατε περισσότερο'' ανέφερε:''Iδιαίτερα συμπαθούσα την Γεωργία Μηττάκη, που την θεωρώ τη μεγαλύτερη τραγουδίστρια του είδους. Ήταν μεγάλη καλλιτέχνης και υπέροχος άνθρωπος''. Η Γεωργία τραγούδησε κυρίως δημοτικά τραγούδια αλλά έκανε ένα ''πέρασμα'' κι από Σμυρναίϊκα και Ρεμπέτικα τραγούδια των συνθετών Σπύρου Περιστέρη, Στέλιου Παντελίδη, Κώστα Σκαρβέλη, Παναγιώτη Τούντα και άλλων συνθετών της δεκαετίας του 1930.  Χαρακτηριστικό είναι ότι τραγούδησε το πρώτο τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Σ’ ένα τεκέ μπουκάρανε». Στο τραγούδι αυτό ο Τσιτσάνης αφιερώνει στην Γεωργία Μηττάκη ένα στίχο, που η ίδια τραγουδάει: ''...και η Γεωργία η τρανή με κέφι και μεράκι, σαμπαχαδάκι έλεγε με φίνο μπουζουκάκι...'' ενώ παρακάτω στο ίδιο τραγούδι, ο Τσιτσάνης της φωνάζει: ''γειά σου Γεωργία μερακλού!!''. Το τραγούδι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των τεράστιων δυνατοτήτων της φωνής της Μηττάκη, το μπρος-πίσω της φωνής της, σα να την στέλνει πίσω, μέσα στο λαρύγγι και αμέσως να την ξαναφέρνει μπροστά. Το είδος τραγουδιού στο οποίο διακρίθηκε ήταν το δημοτικό της Στερεάς Ελλάδας, το οποίο και λάτρευε αφού ήταν συνδεδεμένο με τον Αυλώνα, τον τόπο καταγωγής της. Μεγάλη της επιτυχία ήταν το καλαματιανό "Μου παρήγγγειλε το αηδόνι'', το ηρωϊκό ''γριά Τζαβέλαινα'' κ.α. που έχουν κάνει το γύρο της Ελλάδας.
 Στην αρχή της δεκαετίας του 50 πραγματοποιεί ταξίδι στην Αίγυπτο και στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με αρχές του 1960 πραγματοποιεί δύο ταξίδια στην Αμερική, όπου και αποθεώνεται από τους Έλληνες ομογενείς.  Την ίδια επίσης περίοδο πραγματοποιεί μερικές ενδιαφέρουσες ηχογραφήσεις επίσης στην Αμερική. Στον Αυλώνα είχε τραγουδήσει στο πανηγύρι της Αγίας Τριάδας στο κέντρο ''Ο Κουλουφάκος'' που ανήκε στον Γιώργο Πατσουλέ. Οι παλιότεροι Αυλωνίτες, σύγχρονοί της, την αποθέωναν με την φράση "γειά σου Γούλια!!!''. Το 1965 κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις πριν αποσυρθεί για λόγους υγείας. 
 Η Γεωργία Μηττάκη άφησε την τελευταία της πνοή στο πατρικό της που σώζεται ακόμη, στον Αυλώνα στις 28 Φεβρουαρίου 1977, η εξόδιος ακολουθία εψάλλη στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αντωνίου, στις 1-3-1977, και η ταφή της έγινε την ίδια ημέρα, στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών μετά από επιθυμία της κόρης της, η οποία κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα. Η Γεωργία Μηττάκη υπήρξε η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ιέρεια του δημοτικού τραγουδιού της Ελλάδας, το οποίο διακόνησε με συνέπεια και αφοσίωση, έχοντας σπάνια προσόντα υψίφωνου και απεριόριστες φωνητικές δυνατότητες, οι οποίες δυστυχώς μέχρι σήμερα παραμένουν αναντικατάστατες. Στο βιβλίο του Γιάννη Χαρ. Μητρόπουλου ΄΄Οι Μεγάλοι του Δημοτικού Τραγουδιού΄΄(1996), αναφέρονται κατά λέξη τα παρακάτω: ''Η  Γεωργία Μηττάκη ήταν γεννημένη αποκλειστικά για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Δεν της έμοιαζε καμία, ούτε ξανά βγήκε τέτοια ακέραιη βυζαντινή φωνή".






                           (σ΄ ένα τεκέ μπουκάρανε)


                             (Παιδιά γιατί είστε ανάλλαγα)


(Στο 7:40' στο βίντεο από την ταινία Αστέρω το 1959, τραγουδάει η Γεωργία Μηττάκη το τραγούδι ''απόψε μαυρομάτα μου'')

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

ΝΤΙΒΑΝΙ-Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΟΡΟΣ


Μερικές από τις πρώτες Σαλεσιώτισσες που συμμετείχαν στην πρώτη επανάληψη του ντιβανιού.
 



Η πρώτη επανάληψη του εθίμου ΝΤΙΒΑΝΙ έγινε την Κυριακή 7 Ιουνίου 1987 στην πλατεία του χωριού στο πανηγύρι του Αγίου Πνεύματος, όπως βλέπουμε και στις παραπάνω φωτογραφίες της εποχής αυτής. Το έθιμο είχε εγκαταλειφθεί για τριάντα ολόκληρα χρόνια ως το 1987 που επαναλήφθηκε με πρωτοβουλία πολλών Αυλωνιτών της εποχής και με την  συμμετοχή και συμπαράσταση όλων των κατοίκων του χωριού, όλων των τοπικών φορέων καθώς και της τότε κοινοτικής αρχής. Από τότε τελείται σχεδόν κάθε  χρόνο τις Απόκριες με την συμπαράσταση της εκάστοτε κοινοτικής ή δημοτικής αρχής. Το ντιβάνι είναι ο δημόσιος χορός που τελούνταν απαράβατα για εκατοντάδες χρόνια στον Αυλώνα, σε όλες τις μεγάλες γιορτές, Χριστούγεννα, Απόκριες, Πάσχα κλπ, σε χαρμόσυνα γεγονότα τοπικού ενδιαφέροντος όπως ίδρυση Ναών κλπ με την συμμετοχή των κατοίκων του Αυλώνα. Η λέξη ντιβάνι είναι αραβικής προέλευσης σήμαινε τον επίπεδο ανοιχτό  τόπο, απαντάται στα μεσαιωνικά ελληνικά ενώ στα τούρκικα σήμαινε τον ανοιχτό τόπο διαβούλευσης όπου γίνονταν τα επίσημα συμβούλια. Πράγματι το ντιβάνι σαν χορευτικό έθιμο τελούνταν πάντοτε στην πλατεία του χωριού, τον πιο ανοιχτό και επίσημο τόπο του χωριού όπου εκεί η ολότητα της τοπικής κοινωνίας μέσα από την διασκέδαση επιβεβαίωνε την κοινή δράση και την ομαδική συμμετοχή των κατοίκων σε ό,τι αφορούσε τον τόπο τους. Γι αυτό και όταν χόρευαν σε άλλες περιστάσεις μικρότερης σημασίας όπως την Κυριακή μετά την εκκλησία κλπ δεν ονόμαζαν το χορό τους Ντιβάνι αλλά απλά χορό. Η συμμετοχή στο δημόσιο χορό ήταν πάνδημη αφού στο Ντιβάνι κυρίως των Αποκριών συμμετείχαν ακόμη και οι απόδημοι Αυλωνίτες που έρχονταν επί τούτου από τα πέρατα της γής. Μονάχα όσοι είχαν πένθος δεν συμμετείχαν φυσικά στο Ντιβάνι. Το Ντιβάνι ιδιαίτερα της Αποκριάς (τα παλιά χρόνια γινόταν την Καθαρά Δευτέρα) ήταν ονομαστό και γνωστό σε όλη την γύρω περιοχή γι αυτό και έρχονταν να το δουν επισκέπτες ακόμη κι από την Αθήνα ή από διάφορα χωριά και πόλεις της Αττικοβοιωτίας, καθισμένοι στις ταβέρνες που κύκλωναν τα παλιότερα χρόνια την πλατεία του χωριού, προκειμένου να γλεντήσουν και να θαυμάσουν το πλήθος της συμμετοχής των χορευτών (προπολεμικές μαρτυρίες χωριανών μας, αναφέρουν τουλάχιστον 400 άτομα), τον πλούτο των παραδοσιακών φορεσιών του χωριού μας και την μουσική που έπαιζε ο διάσημος ''Κίτσο-Γιαννάτσης'' στην πίπιζά του, γεγονότα που το έκαναν μοναδικό. Oι παλιοί κάτοικοι θυμούνται ότι έφερναν από το σπίτι τους 2 καρέκλες πάντοτε. Μία για να καθίσουν οι ίδιοι και μία για τους επισκέπτες που θα έρχονταν από την Αθήνα και αλλού για να παρακολουθήσουν τον χορό. Το έθιμο δεν σταμάτησε να τελείται ούτε στην επανάσταση του 1821, ούτε στα ζοφερά χρόνια της κατοχής του '40, γεγονός που δήλωνε την αδιαπραγμάτευτη εμμονή και πείσμα των κατοίκων στο έθιμο και τον σκοπό του. Ένα περιστατικό που έχει καταγραφεί κατά τη διάρκεια της κατοχής είναι όταν ένας Γερμανός στρατιώτης πλησίασε μιά Αυλωνίτισσα που συμμετείχε στο Ντιβάνι και πέρασε τη ξιφολόγχη του ανάμεσα στο βραχιόλι που αυτή φορούσε. Η περήφανη Σαλεσιώτισσα κατάλαβε τι θέλει ο στρατιώτης, έβγαλε το βραχιόλι της, το έδωσε στον κατακτητή και συνέχισε το χορό της. Σκοπός του Ντιβανιού ήταν η σύσφιξη και επιβεβαίωση των δεσμών των μελών της κοινότητας μέσα από την κοινή διασκέδαση, επ΄ευκαιρία των μεγάλων εορτών του έτους ή χαρμόσυνων γεγονότων τοπικών χαρακτήρα που αφορούσαν την κοινότητα. Η ένωση όλων των μελών της κοινότητας στον ένα και μοναδικό κύκλο του χορού εμπεριείχε και την συλλογική δράση των κατοίκων για στόχους σχετικά με την πρόοδο και ανάπτυξη του χωριού. Τα όργανα του χορού ήσαν μέχρι το 1956 που τελέστηκε για τελευταία φορά (στην αυθεντική του μορφή) ο χορός, η πίπιζα και το νταούλι. Οι οργανοπαίκτες στέκονταν στη μέση της πλατείας και έπαιζαν ενώ γύρω-γύρω σχηματιζόταν σιγά σιγά ο χορός. Καμιά φορά αν ο χορευτής ήταν καλός τον ακολουθούσαν από κοντά ''τα τούμπανα'' και έπαιζαν σύμφωνα με τα παραγγέλματα που τους έδινε ο χορευτής με την κίνηση του σώματός του. Επειδή η πίπιζα και το νταούλι σε συνδυασμό δημιουργούν εκκωφαντικό ήχο, δεν ήταν δυνατόν να ακουστεί τραγούδι, γι αυτό και στο ντιβάνι δεν τραγουδούσαν παρά χόρευαν με τη συνοδεία των παραπάνω οργάνων. Τα τελευταία χρόνια την ζυγιά πίπιζα-νταούλι έχουν αντικαταστήσει μουσικά συγκροτήματα με κλαρίνο, αφού οι οργανοπαίκτες της πατροπαράδοτης ζυγιάς έχουν πλέον εκλείψει. Επιπλέον ακούγονται τώρα και τραγούδια από τραγουδιστές της περιοχής, αφού η ακούσια απουσία του εκκωφαντικού ήχου της πίπιζας και του νταουλιού επιτρέπει να ακουστεί το τραγούδι. Τις ελάχιστες όμως φορές, από την επανάληψη του ντιβανιού μέχρι σήμερα, που συμμετείχαν η πίπιζα και το νταούλι, το τραγούδι σιωπούσε και ακουγόταν μονάχα ο γνώριμος και νοσταλγικός ήχος της πατροπαράδοτης ζυγιάς. Eιδικά στα μεγάλα Ντιβάνια όπως και αυτό της Αποκριάς, τα πολύ παλιά χρόνια και ειδικά τον 19ο αιώνα, οι άντρες του χωριού είχαν μαζευτεί από νωρίς στα μαγαζιά γύρω από την πλατεία, τρώγοντας και πίνοντας. Όταν είχαν έρθει στο κέφι, πολλές φορές μισομεθυσμένοι, κατέβαιναν στην πλατεία και άρχιζαν τον χορό. Τα τοπικά όργανα με τον εκκωφαντικό τους ήχο διαλαλούσαν σε όλο το χωριό πως η γιορτή άρχισε. Οι γυναίκες που θα συμμετείχαν στο χορό, ακούγοντας στα σπίτια τους το μουσικό σύνθημα, άρχιζαν να ντύνονται τις βαρύτιμες φορεσιές τους. Μετά από αρκετή ώρα και αφού οι άντρες είχαν χορτάσει τον χορό, στην πλατεία άρχιζαν να καταφθάνουν αμέτρητες γυναίκες. Καθώς περπατούσαν τα δεκάδες φλουριά που στόλιζαν τα κοσμήματα του στήθους τους χτυπούσαν μεταξύ τους αλλά και πάνω στην πόρπη που έζωνε τη μέση τους, όταν οι σειρές ήσαν πολλές, ειδοποιώντας τους θεατές για την άφιξή τους. Σε λίγο μιά ώριμη παντρεμένη, έμπαινε επικεφαλής του χορού, ''για να βγάλει την ντροπή'' όπως έλεγαν, χορεύοντας γοργά ''όλο μπροστά'' ώστε να δώσει σχήμα στον τεράστιο χορευτικό κύκλο ''να στρώσει ο χορός'' όπως έλεγαν και ο μεγάλος χορός παρέσυρε στους σκοπούς του συρτού και του καλαματιανού, όλες τις γυναίκες που ακολουθούσαν την κορυφαία και σε λίγο θα την διαδέχονταν. Στο ντιβάνι όμως της Αποκριάς ο χορός των γυναικών άρχιζε με την ''πλιέξιζα'', σταυρωτό τοπικό χορό με σκωπτικά δίστιχα που τραγουδούσαν οι γυναίκες πολύ παλιά χωρίς όργανα ενώ τα νεώτερα χρόνια το τραγούδι σιγά-σιγά ξεχάστηκε και τον σκοπό έπαιζαν τα όργανα. Τα κατοπινά χρόνια συμμετείχαν στο χορό και άνδρες και γυναίκες αλλά με κάποια τυπικότητα ώστε να μην κρατιούνται, όταν ήταν απαραίτητο, ξένοι, άντρας και γυναίκα, παρά συγγενείς. Το μοναδικό αυτό, για όλη την ευρύτερη περιοχή, έθιμο του Σαλεσιώτικου ντιβανιού, συνεχίζεται με επιτυχία μέχρι σήμερα από τους φορείς με την συμμετοχή των κατοίκων, τις Απόκριες. Πρέπει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι το τελετουργικό του εθίμου-χορού δεν έχει αλλάξει καθόλου με το πέρασμα του χρόνου, αφού οι χορευτές που συμμετέχουν φορώντας τις βαρύτιμες τοπικές ενδυμασίες, δεν επιτρέπουν να τελεστούν ταυτόγχρονα κι άλλα δρώμενα, αποκριάτικα, καρναβαλικά, βωμολοχικά κλπ, όπως γίνεται σε άλλες περιοχές λόγω της ημέρας, ώστε στον Αυλώνα το δρώμενο παραμένει και είναι το ίδιο το ντιβάνι και όχι το ντιβάνι σαν τμήμα κάποιου γενικότερου αποκριάτικου δρώμενου. Η μόνη ''αποκριάτικη'' νότα του ντιβανιού της Αποκριάς δηλωνόταν από τον τρόπο που φορούσαν τις παραδοσιακές κυρίως γυναικείες φορεσιές, οι χορεύτριες, με την έννοια ότι φορούσαν κάποια ''ανακατεμένα'' κομμάτια, παράταιρα χρονικά με την υπόλοιπη  παραδοσιακή φορεσιά που φοριόταν την κάθε εποχή, συνήθως των γιαγιάδων τους.


              (Αποκριάτικο παραδοσιακό ντύσιμο σε Ντιβάνι του 1930)

Το γεγονός αυτό στις μέρες μας και οι λεπτότατες διαφορές, είναι πολύ δύσκολο να ανιχνευθούν στις παλιές φωτογραφίες που έχουν διασωθεί από την απαθανάτιση του εθίμου-χορού, αφού έχουν σχεδόν εκλείψει οι γνώστες της τοπικής φορεσιάς και μόνο ένα πολύ έμπειρο μάτι μπορεί να διακρίνει τις φορεσιές όπως φοριούνταν τις Απόκριες από τις άλλες περιπτώσεις. Δυστυχώς τα νεώτερα-μεταπολεμικά χρόνια, η υποχώρηση της τοπικής φορεσιάς, η έλλειψη διαφόρων τμημάτων της, αλλά και η εξάλειψη πλέον της σημειολογίας που δήλωνε η κάθε φορεσιά και ο τρόπος ένδυσης στην ανάλογη κοινωνική περίσταση (αφού αυτές οι παράμετροι ατόνησαν και τελικά καταργήθηκαν με την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής μόδας), οδηγεί μονίμως σε ''αποκριάτικα'' αποτελέσματα, ενοχλητική και ανιστόρητη κατάσταση που ο Σύλλογός μας προσπαθεί να εξαλείψει με την δημιουργία τμήματος λαογραφικού εργοχείρου τοπικών φορεσιών προκειμένου να διασωθεί η τοπική ενδυματολογική ιστορία. Επιπλέον ένας από τους καταστατικούς σκοπούς του Συλλόγου μας, σαν φορέα πολιτισμού, είναι να διατηρήσει το ντιβάνι, συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, και να το παραδώσει στις επόμενες γενιές όπως ακριβώς τελείται εκατοντάδες χρόνια. Παράλληλα στο Ντιβάνι της Αποκριάς πλέον ο επισκέπτης μπορεί να δει, την μοναδική αυτή ημέρα, όλων των ειδών τις τοπικές φορεσιές του Αυλώνα που υπήρχαν και έχουν δημιουργήσει σε πιστά αντίγραφα τα μέλη του Συλλόγου μας καθώς και όλους τους τοπικούς χορούς του Αυλώνα, ώστε η πλατεία του χωριού την ημέρα αυτή να λειτουργεί σαν ζωντανό Μουσείο της Σαλεσιώτικης λαογραφίας. Τέλος το σύνολο των Αυλωνιτών απαιτεί, επιμένει και θέλει να συνεχισθεί πάση θυσία αυτό το σπουδαίο τοπικό έθιμο και η σημειολογία του, ιερή παρακαταθήκη των προγόνων μας, ιερό μας χρέος στη μνήμη τους.


Ντιβάνι το 1931 στο πανηγύρι της Αγίας Τριάδας
(η φωτογραφία είναι προσφορά του Συλλόγου Νέων Παλατίων Ωρωπού)   



Ο  Χρήστος Ιωαν. Μπουγέσης (Κιτσο-Γιαννάτσης) παίζει πίπιζα και ο Φώτης Σιδέρης (Νταλαμάγκας) νταούλι. Φωτογραφίες από ΝΤΙΒΑΝΙ το 1938 για τα εγκαίνια του ναού του Αγίου Αντωνίου.
     
Από τα εγκαίνια του ναού Αγίου Αντωνίου το 1938


Από τα εγκαίνια του Ναού Αγίου Αντωνίου το 1938. Σε όλα τα μεγάλα ευχάριστα για την Κοινότητα γεγονότα και γιορτές οι κάτοικοι εκφράζονταν με δημόσιο χορό στην πλατεία του Αυλώνα.

Η Λουκία Ζυγομαλά, ανάμεσα σε άλλους Αυλωνίτες, τα ''παιδιά'' της μετά την απώλεια του μοναχογιού της, παρακολουθεί το ντιβάνι που έγινε στα εγκαίνια του ναού Αγίου Αντωνίου το 1938. Tριγύρω την πλαισιώνουν Αυλωνίτες καθισμένοι έξω από τις ταβέρνες της εποχής που βρίσκονταν γύρω στην πλατεία, σύμφωνα με το έθιμο, παρακολουθώντας τον δημόσιο χορό.